Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Σαν σήμερα



Σαν σήμερα
Σαν σήμερα το 2005, ο Ανδρέας θα επιστρέψει σπίτι του μετά από ένα μπασκετάκι που έπαιξε με τους φίλους του σε κάτι μπασκέτες, σε ένα προάστιο της Πάτρας. Μπαίνοντας στο δωμάτιό του, θα αφήσει την τσάντα του και θα ξαπλώσει στο κρεβάτι με τα παπούτσι και τις κάλτσες. Με το ένα χέρι θα πιάσει το κινητό του να δει αν έχει καμιά αναπάντητη ή κανένα μήνυμα και με το άλλο τον πούτσο του πάνω από το νάιλον μακρύ σορτσάκι του. Γρήγορα θα αφήσει το κινητό και θα πιάσει τη μπάλα, θα βγάλει τον πούτσο του από το σλιπ και θ’ αρχίσει να τον παίζει κανονικά. Θα χύσει σφίγγοντας με τη φαρδιά του παλάμη την μπάλα που πριν λίγο έπιαναν με τα ιδρωμένα χέρια τους οι οχτώ φίλοι του. Αύριο πάλι. Μέχρι τότε μήπως να πάρει τα παιδιά να πάνε για καμιά μπύρα;

Σαν σήμερα ο Μανώλης θα πάρει από τα Χανιά το πλοίο για Πειραιά. Μπαίνοντας στο κρεβάτι του σε μια τετράκλινη καμπίνα θα προσέξει ότι στο ακριβώς απέναντι κρεβάτι είναι ξαπλωμένος ένας καστανόξανθος νεαρός άντρας που μιλάει στο κινητό του προσπαθώντας να μάθει που έχει υπηρεσία την επόμενη μέρα: είναι δόκιμος υπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Αλήθεια. Σύντομα το τηλεφώνημα θα λήξει και ο δόκιμος θα γδυθεί, θα μείνει με το σλιπ και θα ρίξει επάνω του το σεντόνι. Έχει άτριχο γυμνασμένο στήθος, σφιχτά μπούτια και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο. Θα κλείσει τα μάτια του για να κοιμηθεί, αφήνοντας όμως αναμμένο το προσωπικό του φωτάκι. Κάπως έτσι θα ξεκινήσει μία σόλο χορογραφία που θα κρατήσει άγρυπνο όλη νύχτα τον Μανώλη. Ο δόκιμος θα σκεπάζεται, θα ιδρώνει, θα ξεσκεπάζεται, θα κρυώνει και ούτω καθεξής, θα ξύνει την πλάτη του, θα γυρνάει, θα τρίβει τα δυο του πόδια μεταξύ τους, θα βουλιάζει στο μαξιλάρι του, θ’ αφήνει το σάλιο του να τρέξει στη μαξιλαροθήκη, θα σκουπίζεται και θα γυρίζει πλευρό, θα βάζει το χέρι του στο σλιπ για να αλλάξει πλευρό στο πουλί του, θα αποκαλύπτει τη μασχάλη του, θα γυρνάει μπρούμυτα για να βάλει τα χέρια κάτω από το μαξιλάρι και να τραβήξει τη δροσιά που κρύβεται εκεί κάτω αφήνοντας εκτεθειμένο το τουρλωμένο κωλαράκι του, θα γυρνάει μπρούμυτα και θα πιέζει τους ραχιαίους του κόντρα στο στρώμα σαν να το γαμάει, θα βγάζει το σλιπ από τη σχισμή του κώλου του, θα ξύνει τ’ αρχίδια του, τη μύτη του, τ’ αφτιά του και που που θα μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικο.
Όταν αρχίσουν τα ηχεία να ανακοινώνουν ότι το debarkation has already begun, ο δόκιμος θα προσφέρει στο Μανώλη ένα ανεπανάληπτο φινάλε, ψάχνοντας για δέκα λεπτά την αριστερή του κάλτσα, φορώντας το πουκάμισό του χωρίς να το έχει κουμπώσει κι έχοντας λυμένη και τη ζώνη του μπλουτζίν. Μάταια όμως. Δε θα καταφέρει να τη βρει και θα βάλει γυμνό το πόδι του στο μοκασίνι και θα φύγει γρήγορα για να μην αργήσει να παρουσιαστεί στην υπηρεσία του.
Σαν σήμερα ο Μανώλης θα φτάσει ξημερώματα στο σπίτι του, θα φτιάξει ένα καφέ και θα πάρει ένα νάιλον σακουλάκι που κλείνει αεροστεγώς, θα τοποθετήσει μέσα την αριστερή κάλτσα του δόκιμου και θα το βάλει στη βιβλιοθήκη του, μαζί με τα άλλα ποιήματα. 

Σαν σήμερα
το 1992, θ’ ανοίξουν τα σύνορα και θα γεμίσουν τα πάρκα, οι πλατείες, οι αγροί, οι παραλίες, τα πλοία, τα τρένα, τα λεωφορεία με νεαρούς αλβανούς εργάτες. Άντε, πάντα τέτοια.
Και ρε παιδιά μη φεύγετε τώρα στα δύσκολα, μη μας αφήνετε μόνους μας με τους έλληνες.

Σαν σήμερα
Το 2009 ο Θάνασης και ο Μάριος θα βγουν από τη θάλασσα, θα σκουπίσουν ο ένας τον άλλο, θα κοιταχτούν στα μάτια, θα αγκαλιαστούν και θα υποσχεθούν ο ένας στον άλλο ότι θα μείνουν για πάντα μαζί. Σαν σήμερα, τρία χρόνια μετά, ο Θάνασης θα κατεβάσει τα καλοκαιρινά του μπλουζάκια και θα πέσει πάνω σε ένα κοντομάνικο που του είχε κάνει δώρο ο Μάριος. «Που να βρίσκεται άραγε αυτό το παίδι και τι να κάνει;» θα σκεφτεί! 


κατέβασε το τεύχος από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου