Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Glory Hopes 4





Download Glory_Hopes_4 from here

ή γράψτε μας να σας στείλουμε τεύχος



Editorial
Λοιπόν, παιδιά μου, όπου υπάρχει τόσος σαματάς, κάτι καλό πρέπει να συμβαίνει. 
Αλλά τι είναι όλα αυτά που λένε εδώ; Αυτός ο άντρας εκεί κάτω είπε ότι πρέπει να βοηθάνε τις αδερφές και να κάνουμε χώρο να χορεύουνε στα πάρτι μας. Εμένα δεν μου έκανε ποτέ κανείς χώρο σε πάρτι, ούτε άνοιξαν για να περάσω. Και δεν είμαι αδερφή εγώ; Κοιτάξτε με! Κοιτάξτε το γένι μου! Έμεινα αξύριστος, κι ακούρευτος και άπλυτος όσο κανένας στρέιτ! Και δεν είμαι αδερφή εγώ; Μπορούσα να καπνίσω όσο ένας στρέιτ και να πιω ότι ένας στρέιτ -όταν έβρισκα να πιω- και να αντέξω το δακρυγόνο όσο ένας στρέιτ. Και δεν είμαι αδερφή εγώ; Καβαλάω μηχανάκι, μένω έξω στο βουνό, ψαρεύω, καθαρίζω τα ψάρια κι ανάβω φωτιά για να τα ψήσω. Και δεν είμαι αδερφή εγώ;
Και μετά λένε για αυτό το πράγμα στο κεφάλι. Πώς το λένε; [τραύμα] Ναι, πουλάκι μου, αυτό. Τι σχέση έχει αυτό το πράγμα με τα δικαιώματα της αδερφής; Αν το κρεβάτι μου χωράει έναν μόνο και το δικό σου έναν τέταρτο, δεν είναι κακία μεγάλη να μην μ’ αφήνεις να γεμίσω κι εγώ το κρεβατάκι μου;
Κι ύστερα, αυτός ο κοντούλης με τα μαύρα εκεί πέρα, λέει πως οι αδερφές δεν μπορούν να είναι σαν τους στρέιτ, γιατί ο Χριστός δεν ήταν αδερφή! Και τι έκανε ο Χριστός σου με τους δώδεκα Απόστολους; Ο στρέιτ δεν είχε καμιά σχέση με τον Χριστό, γαμώ το Χριστό σου.
Αν η πρώτη αδερφή που έφτιαξε ο Θεός είχε την δύναμη να πάρει όλο τον κόσμο ολομόναχη, αυτές εδώ οι αδερφές όλες μαζί θα καταφέρουν πάλι να τον στριμώξουν, κι αυτήν τη φορά θα του πετάξουν τα μάτια έξω. Και το μόνο που θέλουν τώρα είναι να κάτσουν να τον βολέψουν. Και οι στρέιτ καλά θα κάνουν να τις αφήσουν να τελειώσουν την δουλειά τους.
Σας είμαι πολύ υποχρεωμένος που με ακούσατε, και τώρα η αδερφή Γκλόρη Χόπη δεν έχει τίποτα άλλο να πει.

Glory Hopes
Έντυπη, μη-περιοδική έκδοση για τον πούτσο
Πάτρα, 2015
Τεύχος 4ο
Χωρίς αντίτιμο – δεκτή κάθε οικονομική ενίσχυση – αλλά δεν θα περιμένουμε και όρθιες.
Προτείνεται η ανάγνωσή του να γίνεται στην τουαλέτα και να αφήνεται εκεί για τους επόμενους. 

Κάθε τεύχος στήνεται και σελιδοποιείται κάθε φορά από μία περισσότερο ή λιγότερο αδερφή εξωτερικό συνεργάτη που βάζει και την προσωπική του αισθητική. Τους ευχαριστούμε όλους πάρα πολύ. 
Σε αυτό το τεύχος ευχαριστούμε τον Άρη και τον D.  

Επικοινωνία:

gloryhopes.blogspot.gr/

Σαν σήμερα

Σαν σήμερα στις 27 Μαρτίου του 2014, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ξεψυχά μόνος στο κελί του στις φυλακές Νιγρίτας ο 42χρονος Ιλί Καρέλι (ή Κουρντέτ Κούμε), μετά από πολύωρα βασανιστήρια που υπέστην από τους δεσμοφύλακές του. Μέχρι το γκρέμισμα και της τελευταίας φυλακής, έχουμε και δικούς μας λόγους να αφιερώνουμε αυτό το τεύχος στον Ιλί.

Ο Νίκος οδηγεί στην εθνική οδό Αθηνών Λαμίας. Ο ήλιος πέφτει και τον τυφλώνει. Το ραδιόφωνο δεν πιάνει καλά και όλα τα cd τα έχει βαρεθεί. Μπροστά του είναι για λίγο μια νταλίκα κόκκινη με βουλγάρικες πινακίδες. Αλλάζει ταχύτητα και τσιμπάει το δεξί του αρχίδι για να το αισθανθεί να ξεκολλάει. Προσπερνάει τη νταλίκα κοιτώντας δεξιά και προσπαθεί να τρέχει λιγότερο για να κερδίσει λίγο χρόνο παραπάνω σε οπτική επαφή. Μετά από πέντε έξι χιλιόμετρα αποφασίζει να σταματήσει σε ένα πάρκινγκ και να βαρέσει μια μαλακία με τον νταλικιέρης που δεν κατάφερε να δει. 

Σαν σήμερα
την Κυριακή 7 Αυγούστου 2010, Ο Κώστας θα ξυπνήσει αργά και λουσμένος στον ιδρώτα. Θα κάνει ένα δροσερό ντουζ, θα φτιάξει καφέ, θα ανοίξει το ραδιόφωνο, θα πάρει το κινητό και θα στείλει ένα μήνυμα στον Σταύρο που θα λέει ΑΝ ΘΕΣ ΚΑΤΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΕΣ ΤΟ ΜΟΥ και ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ. 
Ο Σταύρος δεν θα απαντήσει.  

Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1989 ο Θοδωρής, αριστούχος του πολυτεχνείου αναχωρεί από τούτον τον κόσμο για να βαπτιστεί αδερφός Ναθαναήλ. Παράτησε το εργοτάξιο, την πόλη, τους φίλους, τα θερινά σινεμά, τις μπίρες, τη θάλασσα, τον ύπνο, και τη Μαρία πρώτη πρώτη και πήγε στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, για πάντα. Η πρώτη του επαφή με την εκκλησία ήταν στα δεκατρία του όταν εντελώς ξαφνικά, αν και παιδί αριστερών, αποφάσισε να γίνει παπαδοπαίδι για να δει, όπως είχε πει τότε στους φίλους του, τι έχει ο Πάπας κάτω από το ράσο του. Δε μάθαμε ποτέ τι είδε.  

Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1989 επίσης βρέθηκαν από ομάδα αναρριχητών σκελετοί δύο ανδρών σε στάση 69. Τα σώματα τους πάγωναν, ξεπάγωναν και έλιωναν σε τακτά χρονικά διαστήματα τα τελευταία 63 χρόνια. Πιστεύεται ότι παρασύρθηκαν από μια χιονοστιβάδα κατά τη διάρκεια μιας επικίνδυνης ανάβασης. Στη μικρή παγωμένη σπηλιά που κατάφεραν να δημιουργήσουν με τα παλλόμενα κορμιά τους, και για το λίγο χρόνο που τους απέμενε, φέροντα να αποφάσισαν για πρώτη φορά στη ζωή τους να μην παίξουν κάποιο δράμα. Τα ονόματα τους δε δόθηκαν στη δημοσιότητα, μετά από παράκληση των οικογενειών. 

Στις 3 Ιανουαρίου του 2012 ο Νέστορος θα βγει για ένα ποτό με τον φίλο του τον Γιώργο και κάποια στιγμή πάνω στην κουβέντα θα πιάσει τον εαυτό του να (ξανά) κοιτάζει πίσω από το μπαρ, δίπλα στη μηχανή του καφέ, γιατί του φάνηκε ότι είδε τον Σάκη με τον οποίο έχουν χωρίσει εδώ και 17 χρόνια και τα είχαν μόλις ενάμιση χρόνο. Είναι δυνατόν;

Σαν σήμερα το Σάββατο 12 Ιουνίου, τις πρώτες πρωινές ώρες ο Παναγιώτης Δεληγιάννης διακομίστηκε στην εντατική με έντονη αφυδάτωση που του δημιούργησε πολλαπλές επιληπτικές κρίσεις. Είχε δει όλους τους πρώην γκόμενους του μαζί, σε μια μέρα. Και τους μέτρησε. Ήταν οχτώ. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή. Είχε αποφασίσει να πάει για καφέ, μετά για μπάνιο λιμανάκια, μετά γκέι πράιντ, μετά κάνα μπαράκι, και μετά φυσικά πάρκο. Τον όγδοο, που ήταν ο δεύτερος κατά σειρά και ο ποιο σημαντικός, τον πέτυχε στο τσατ. Για να κοιμηθεί αποφάσισε να βαρέσει μια μαλακία στην οποία ξαφνικά εμφανίστηκαν και οι οχτώ μαζί. 

Σαν σήμερα στις 21 Οκτώβρη του 2003 πέθανε ο Λευτέρης Διαμαντόπουλος, σε ηλικία 71 ετών. Η κηδεία έγινε στο χωριό παρουσία της οικογένειας, γνωστών, φίλων συγχωριανών και του μεγάλου του αδερφού Παύλου που κάθονταν σε μια καρέκλα, ακουμπούσε στο μπαστούνι και που και που κοιτούσε τον νεκρό και έξυνε τ’ αρχίδια του. Οι συγγενείς είπαν ότι έχει άνοια. 


Σαν σήμερα ο Β. Γ. θα πάρει ένα ακόμα μακροσκελές τηλεφώνημα για να μιλήσει στη μάνα του, θα προσπαθήσει να τα πει στους φίλους και στους καθηγητές τους, ότι φοβάται, ότι δεν αντέχει άλλο, ότι θέλει βοήθεια, για να λάβει άλλη μια φορά την ίδια απάντηση, ότι θα πρέπει να τα καταφέρει, μόνος του, να γίνει σαν αυτούς που τόσο καιρό τον βασανίζουν, τον απειλούν, τον τρομάζουν -  άντρας. 

Σαν σήμερα θα βρεθεί το πτώμα του σε προχωρημένη σήψη, μόνο του, δίπλα στην όχθη ενός ρέματος, στην ησυχία που τη διαταράσσει ο θόρυβος της έκπληξης που εκφράζουν διάφοροι σε διαφορετικούς τόνους για το γεγονός ότι τελικά δεν τα καταφέρνουν όλοι - μόνοι τους.

Σαν σήμερα σύσσωμη η ελληνική κοινωνία, μάτσο αρρενωπή ετερόφυλη πατριαρχική σεξιστική, θα εκφράσει μια απενοχοποιημένη μεταφυσική ευχή να μην τύχει και συμβεί ξανά και σε κανέναν αυτό - αυτό που με συστηματικότητα χτίζουν ως το πλέον πιθανό ενδεχόμενο. 

Σαν σήμερα ο Β. Γ. θα ταφεί στο πατρικό χωριό, στον τόπο καταγωγής αυτού και των βασανιστών του, στο τόπο που έζησε για πάντα εξόριστος, κι όλοι αυτοί, συνομήλικοι, συγχωριανοί, συμμαθητές, περήφανοι πέτσακες θα παρευρεθούν στην κηδεία, σε μια ακόμα επίδειξη τεστοστερόνης, μη αφήνοντάς τον μόνο του ούτε εκεί, ούτε τότε, και δείχνοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πώς πρέπει να είσαι για να ζεις, πώς μοιάζει ο νικητής και πώς είναι ο νικημένος.

Σαν σήμερα, στην κηδεία, η μάνα του θα δηλώσει πόσο περήφανη είναι για το γιο της, τώρα που είναι νεκρός κι άρα μπορεί να γίνει και ήρωας, και σίγουρα δεν μπορεί πια να τους ξεφτιλίσει με τη ζωντάνια του και τη χαρά του. 

Σαν σήμερα τα αδέρφια και οι φίλοι του θα του αφιερώσουν λόγια μίσους σε ρίμα αντρίκειας μαντινάδας με αετούς, παλικάρια, κι ατσάλινα κορμιά, για να του υποσχεθούν πως ό,τι τον στρίμωχνε στη γωνία του κόσμου, όρθιο στο ένα πόδι, θα είναι εκεί για κάμποσο καιρό ακόμα, θα συνεχίζει να εκκολάπτεται ως ανθός της ελληνικής νεολαίας. 

Σαν σήμερα οι ηθικοί αυτουργοί θα εκφράσουν την ιδέα για άλλη μια φιέστα, που θα λιγοστέψει κι άλλο τις τύψεις τους: να πάρει το όνομά του ο τελευταίος τόπος που μαρτύρησε - και πού ξέρετε μπορεί στο μέλλον να εκθέσουν και τα όργανα του βασανισμού του.  

Σαν σήμερα, πάνω στην απώλειά του, οι διάφοροι ειδικοί θα ερμηνεύσουν, θα εκλογικεύσουν, θα ιατρικοποιήσουν, θα δραματοποιήσουν, θα κινδυνολογήσουν, θα πουλήσουν, θα σχετικοποιήσουν, θα προβλέψουν, θα σχεδιάσουν, θα ηρεμήσουν, θα ξεχάσουν, θα ευχηθούν και θα κοιμηθούν ήσυχοι. Κι άλλοι θα ταυτιστούν, θα τρομάξουν, θα λουφάξουν, θα επιτρέψουν, θα παρατήσουν, θα φύγουν, θα επιστρέψουν, θα ηρεμήσουν και θα κοιμηθούν ήσυχοι. Κι άλλοι θα κλάψουν τους νεκρούς τους σιωπηλοί, θα καταγγείλουν, θα ελπίσουν, θα ξεχάσουν, θα ηρεμήσουν και θα κοιμηθούν, αλλά δε θα ησυχάσουν.

παροιμίες

Παρακάτω παρατίθενται κάποιες από τις πιο αναγνωρίσιμες παροιμίες, ή λαϊκές σοφίες αν θέλετε, στην αρχική τους εκδοχή, όπως σώζονται από τη προετεροκανιστική εποχή, πολύ πριν επέμβει πάνω τους η χριστιανοσεξοφοβικοπατριαρχικομισογύνικη ηθική.   

Της νύχτας τα καμώματα θυμάται η μέρα και γουστάρει

Οποίος τη νύχτα περπατεί παίζει και να ‘ναι αδερφή

Καλύτερα φουκαράς παρά πουτσαράς

Το αντράκι κι αν το κράζεις λεξιλόγιο χαλάς

Όσο καυλώνει η νύχτα μεγαλώνει 

Η γριά η αδερφή μέσα στο μπαλαμούτι μιλά και για Ντουρούτι

Πρώτα και δεύτερα πάρτα και ξεπέτατα

Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε το φύλο του αλλιώς 

Τι είχες Γιάννα τι είχα πάντα 

Το καλό το παλικάρι αργεί να γίνει 

Μεγάλη πούτσα φάε μεγάλη ομοφοβία μη πεις

Ο κουμπάρος την κουμπαρά ούτε καν 

Δε θέλει η νύφη κι ο γαμπρός? μπορεί να θέλει ο πεθερός

Το σιγανό το ποταμάκι να χουφτώνεις 

Θέλει η σεξεργάτρια να χαρεί και το κρυφτό δεν την αφήνει 

Η καλή η αδερφή δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται 

Η καθαριότητα είναι η μισή κακογουστιά 

Εδώ οι πουτάνες χάνονται κι ο κόσμος λούζεται

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε άλλον τέντζερη 


Δώσε θάρρος στο χωριάτη μπας κι ανέβει στο κρεβάτι

συνέχεια από προηγούμενο



Ο Αντώνης, στο τέλος της Β' Λυκείου πια, πήρε την παρέα του και πήγε διακοπές σε μία παραλία της άγονης γραμμής όπου βρήκαν και την παρέα του αδερφού του που τον περνάει δύο χρόνια. Τα βράδια καθόντουσαν ως αργά στην παραλία, με άλλα παιδιά, αγόρια και κορίτσια που γνώρισαν εκεί, δίπλα στη φωτιά και πίνανε μπίρες. Ένα τέτοιο βράδυ και μετά από κάμποσες μπίρες, ο Αντώνης αποφάσισε να πάει για ύπνο. Είπε καληνύχτα στους γύρω του και πήγε στη σκηνή. Ξάπλωσε και έπιασε τον πούτσο του για να τον βοηθήσει να θυμηθεί τα αγόρια της σημερινής παρέας. Ο ύπνος όμως δεν άργησε να έρθει κι έγειρε στη μια πλευρά της σκηνής και κοιμήθηκε τόσο βαθιά που πολύ γρήγορα έτρεξε ένα σακάκι στο μάγουλο του. Έτσι δεν άκουσε ποτέ τη σκηνή να ανοίγει παρά μόνο αισθάνθηκε ένα αντρικό κορμί να ακουμπάει πάνω του. Η πρώτη κίνηση του εισβολέα ήταν να βάλει το χέρι στο στόμα του και να ψιθυρίσει σσσσς στο αφτί του, και μετά να γλύψει τον λαιμό του, κολλώντας το στήθος του πάνω στην πλάτη του Αντώνη. Ακολούθησε και το κάτω μέρος του σώματος, που έφερε σε επαφή ένα μισοκαυλωμένο πούτσου που πίεζε τη βερμούδα του. Βλέποντας ότι δεν υπάρχει αντίσταση κατεβάζει το χέρι του σιγά σιγά συνεχίζοντας να ακουμπάει το αξύριστο μάγουλό του στον λαιμό του Αντώνη, και πιέζοντας το στήθος και την κοιλιά, μέχρι να χουφτώσει τον πούτσο του που είχε πια καυλώσει κανονικά. Με μια κίνηση κατεβάζει τη βερμούδα, και χαϊδεύει το εσωτερικό από τα μπούτια του μικρού και χαμηλά τα αρχίδια του πιέζοντας όλο και πιο πολύ πάνω του τον πούτσο του που είχε έρθει σε κανονική στύση. Φιλώντας του τον σβέρκο και την πλάτη και χουφτώνοντας τον πούτσο του, κατεβάζει και τη δική του βερμούδα, παίρνει με τα δάχτυλά του μια καλή ποσότητα σάλιου, το βάζει πάνω στον πούτσο του και τον γλιστράει ανάμεσα στα τριχωτά μπούτια του πιτσιρικά, περνώντας μέσα από τα κωλομέρια του και κάτω από την κωλοτρυπίδα του, φτάνοντας και πιέζοντας προς τα πάνω τα αρχίδια του. Με αργές και επαναλαμβανόμενες κινήσεις τον γαμούσε και τον έγλυφε ενώ εκείνος έσφιγγε τα μπούτια του και έπιανε τον καρπό του χεριού του γαμιά του και τον δάγκωνε. Σε αυτή τη στάση χύσανε μαζί, κι αφού ο άγνωστος έμεινε για λίγο κολλημένος πάνω του, μετά φόρεσε τη βερμούδα του και βγήκε από τη σκηνή, χωρίς να πει τίποτα. Αυτό συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες που μείνανε στο νησί. 

«Επίσκεψη» στο κέντρο κράτησης μεταναστών χωρίς χαρτιά στην Αμυγδαλέζα,

του T.B.
(μια αρχική εκδοχή θα βρείτε εδώ

Κάποια στιγμή πέρσι το καλοκαίρι “επισκέφτηκα” το κέντρο κράτησης στην Αμυγδαλέζα. Περίμενα στην είσοδο, έδειξα την ελληνική μου ταυτότητα, μπήκα στο βανάκι, έκατσα σε ένα μεταλλικό παγκάκι απ’ όπου δεν μπορούσα να δω έξω, κι αφού έχασα για τα καλά τον προσανατολισμό μου από τις στροφές, βρέθηκα στην καρδιά του μη-τόπου που είναι το κέντρο κράτησης - σε ένα μεγάλο διάδρομο που ορίζεται από τις περιφραγμένες πτέρυγες του τομέα στον οποίο κρατούνταν ο γνωστός μου. Ο διάδρομος διακλαδιζόταν σε άλλους φαρδύτερους και στενότερους διαδρόμους, δίνοντας μια αίσθηση λαβυρίνθου. Εκεί είχαν το δικό τους κοντέινερ οι φύλακες με ένα τραπεζάκι για να ελέγχουν τα τρόφιμα και τα άλλα πράγματα που είχαμε φέρει για τους κρατούμενους μετανάστες, να ξηλώνουν τις κουκούλες και τα λάστιχα απ’ τα ρούχα και να βγάζουν τα κορδόνια απ’ τα παπούτσια. 

Η πρώτη εικόνα από τις ψηλές σήτες και τα συρματοπλέγματα μου θύμισε εγκαταστάσεις ζωικής παραγωγής που είχαμε παλιά στο χωριό, αλλά αυτού του τύπου τον συνειρμό ήμουν αποφασισμένος να τον μπλοκάρω εντελώς γιατί και η θυματοποίηση έχει τα όριά της, και το αισθητικό κλισέ είναι ξεκάθαρα ένα τέτοιο όριο. Ευτυχώς όμως δεν χρειάστηκε να καταναγκαστώ προς αυτή την κατεύθυνση γιατί γρήγορα πλησίασα κοντά στα σύρματα και στο άκουσμα του ονόματος του γνωστού μου, διάφοροι κρατούμενοι άρχισαν να βγαίνουν από τα κοντέινερ και να πλησιάζουν τη σήτα, να λένε γεια, να ρωτάνε ποιος είμαι, ποιον θέλω, σε πιο κοντέινερ είναι κτλ. Και τότε είδα ότι ακόμα κι εκεί, μέσα από τα κάγκελα, κάτω από το ψιλόβροχο, κάπου στο πουθενά στους πρόποδες της Πάρνηθας, ανάμεσα στις σήτες και τα συρματοπλέγματα, υπό το διαρκές βλέμμα των μπάτσων, υπάρχει μια ζωή. Νέοι άνθρωποι εμφανιζόντουσαν από τα κοντέινερ και σιγά σιγά σκάγανε κάποια χαμόγελα επειδή βρήκαν την ευκαιρία να μιλήσουν με άλλους, να κάνουν ένα τσιγάρο και να πούνε καμιά μαλακία, να ρωτήσουν τα νέα και να τα επαναλάβουν στους άλλους που μόλις πλησίασαν στην παρέα. Σίγουρα κι εκεί υπάρχει μια ζωή, αλλά επίσης σίγουρα η ζωή αυτή ζήλευε τη δική μου. 

Εγώ άρχιζα να αδειάζω την τσάντα μου από τις χειρονομίες που είχα με επιμέλεια ετοιμάσει από το σπίτι: να περνάω τα ρούχα και τα παπούτσια από μία τρύπα στη σήτα, να δίνω τα τσιγάρα, τις τηλεκάρτες, να κάνω τις ερωτήσεις που είχα έτοιμες χρησιμοποιώντας λίγες λέξεις και πολλές κινήσεις, όχι τόσο επειδή δεν ήξερα τη γλώσσα τους αλλά γιατί δεν είχα πια τι να κάνω τα άδεια χέρια μου. Ρωτούσα από που είναι, πόσο καιρό είναι μέσα, τι χαρτιά έχουν κι αν έχουν κάνει αίτηση για άσυλο, πως είναι το φαΐ κι αν κάνει πολύ κρύο, κι εκείνοι απαντούσανε συμπληρώνοντας τη χορογραφία. Και μετά δεν είχαμε και πολλά να πούμε και αρχίσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλο μήπως έχει ακούσει τίποτα για το πότε θα τελειώσει η κράτηση, κι αυτή η καθολική άγνοια ήταν κάτι που μοιραζόμουν μαζί τους, αλλά από μια πολύ διαφορετική θέση, τόσο διαφορετική που το ‘μοιράζομαι’ είναι μάλλον ατυχές ρήμα να χρησιμοποιήσει κανείς. 

Δεν έκατσα πολύ, είπα γεια, και ότι θα ξαναπάω. Μπήκα στο αμάξι μου και όπως απομακρυνόμουν χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν μια φίλη που πήρε να με ρωτήσει πώς ήμουν· εγώ· γιατί το πώς είναι μέσα, όλοι μας λίγο πολύ (δεν) το ξέρουμε. Και τότε βρέθηκα να λέω ότι είμαι καλά, καν να την ευχαριστώ που με σκέφτηκε. Ήταν η πρώτη στιγμή μετά από πολύ ώρα που μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ πως αισθάνθηκα και πώς αισθάνομαι. 
Ξέρω καλά τον εαυτό μου και ξέρω πως σε τέτοιες καταστάσεις, ας τις πούμε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (ή καταστάσεις εξαίρεσης; sic) , κατεβάζω ρολά, μπαίνω στον αυτόματο, γίνομαι ψύχραιμος, δηλαδή ψυχρός, και λειτουργικός, δηλαδή εκτελεστικός, λέω λίγα, απαντάω στις ερωτήσεις που μου κάνουν μόνο αν πρέπει και φροντίζω να πετάω πίσω το μπαλάκι: πώς σε λένε; εσένα; από που είσαι; εσύ; έλληνας είσαι; εσύ; τι δουλειά κάνεις; εσύ; α!· και κάπως έτσι περιμένω να περάσει, να τελειώσει, και μονό αφού βρεθώ σε ασφαλές μέρος ανοίγω σιγά σιγά τα ρολά, κολλάω το σώμα μου στα όρια του εαυτού μου και κοιτάζω σιγά σιγά προς τα μέσα. 

Έτσι κάπως συνέβη και με την επίσκεψή μου στην Αμυδγαλέζα. Εκεί στο αυτοκίνητό μου, στο δρόμο της επιστροφής, άρχισα σιγά σιγά να ανοίγω το ρολά και να αφήνω το συναίσθημα να εμφανιστεί. Πρώτο πρώτο ήρθε αυτό το χαρμολύπικο συναίσθημα της ευτυχίας/ενοχής που εγώ, τώρα, δεν είμαι πια εκεί, αλλά είμαι εδώ, έξω, σταματάω να αγοράσω τσιγάρα, και ξαναξεκινάω, κι αν γουστάρω ξανασταματάω, και χαίρομαι κάθε τι που μπορώ να κάνω, και χτυπάω την πόρτα του αυτοκινήτου για να δω ότι μπορώ να το κάνω, κι ανοίγω το ραδιόφωνο και μετά το κλείνω και το ξανανοίγω και το ξανακλείνω και σκέφτομαι τι ωραία, θα πάω σπίτι μου, θα πετάξω τα ρούχα μου και θα μπω στο μπάνιο και θα τελειώσω πάνω μου όλο το ζεστό νερό του θερμοσίφωνα που άφησα αναμμένο πριν φύγω, και θα φτιάξω να φάω αυγά τηγανητά, όπως ακριβώς μου αρέσουν, με όσο πιπέρι γουστάρω και θα κάνω και μια σαλάτα, και το βράδυ μπορεί να βγω, αλλά μπορεί και όχι, γιατί μπορεί να θέλω να βγω, αλλά μπορεί και όχι, γιατί ρε συ δε θέλω να δω κανέναν, ή μάλλον δε θέλω κανένας να με βλέπει, και θα πάω να κουκουλωθώ στο κρεβάτι και δε θα ακούω κανέναν και τίποτα, κι όταν αισθανθώ λίγο καλύτερα και λίγο πιο κοινωνικός, θα βαρέσω μια μαλακία. 

Αυτό το αναστοχαστικό παραλήρημα πάνω στη προνομιακή μου κατάσταση διέκοψε ένα παιδί που είχα πάρει από την έξοδο του κέντρου κράτησης για να τον πάω προς Αθήνα. Τον είχα σχεδόν ξεχάσει. Είχε κι αυτός επισκεφτεί κάποιον δικό του. Δεν είχαμε πει πολλά, αλλά αφού είχαμε μοιραστεί το ίδιο μεταλλικό παγκάκι στο βανάκι της αστυνομίας, του πρότεινα να τον πετάξω μέχρι την Αθήνα και δέχθηκε. Με ρώτησε αν μπορούσε να καπνίσει - μάλλον είχε αρχίσει να το μετανιώνει που μπήκε στο αμάξι μου μετά την έβδομη φορά που άνοιξα και έκλεισα το ραδιόφωνο. Του είπα πως δεν έχω πρόβλημα και έτσι αρχίσαμε να μιλάμε και να καπνίζουμε. Και τότε μου επιβεβαίωσε αυτή τη σκέψη που με είχε ήδη πλημμυρίσει: ότι παρόλα αυτά υπάρχει μια ζωή εκεί μέσα. Κι ότι κάθε απόλυτα ζοφερή προβολή που κάνουμε γι’ αυτή τη συνθήκη είναι τουλάχιστον παραπλανητική και απλά θυματοποιεί, χωρίς να βοηθάει κανέναν μας. Κι ότι ολοκληρωτική μπορεί να είναι μόνο μια μεγάλη αφήγηση· αφήγηση για κάτι απομακρυσμένο από την εμπειρία, γιατί μια πραγματικότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι ολοκληρωτική, καθώς πάντοτε ανακαλύπτομαι και κατασκευάζονται ρωγμές που αφήνουν αχτίδες απόλαυσης, κρυψώνες με αποθέματα ελπίδας και κρυφά περάσματα σε σοφίτες ελευθερίας.  

Μου είπε πολλές ιστορίες αυτής της ζωής που υπάρχει μέσα, μιας κι αυτός είχε περάσει μια περίοδο κάποιων μηνών στην Αμυγδαλέζα, αλλά είχε βγει πριν λίγο καιρό, χωρίς ακριβώς να ξέρει γιατί - ακριβώς δηλαδή όπως μπήκε. Μου είπε για τις πατέντες που έχουν για να πιάνουν ραδιόφωνο, πως φτιάχνουν τσάι και πως καταφέρνουν να επικοινωνούν με τις γειτονικές τους πτέρυγες. Και μου είπε και μια ιστορία που αν γινόταν ταινία του Αγγελόπουλου θα τον λέγαμε ρομαντικό καλλιτέχνη που ζει εκτός πραγματικότητας. Είπε πως για κάποιο διάστημα έγραφαν μηνύματα σε χαρτί το οποίο τύλιγαν σε μια πέτρα και το πετούσαν στην απέναντι ή στη διπλανή πτέρυγα. Έτσι προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν, να ανταλλάξουν νέα και πληροφορίες για την κράτησή τους. Μόνο που κάποια στιγμή ένα τέτοιο μήνυμα έπεσε στα πόδια ενός φύλακα, ο οποίος το άνοιξε και κάλεσε κάποιον να του το μεταφράσει. Το παιδί, λέει, για να μην αποκαλύψει αυτά που γράφονταν στο χαρτί του είπε ότι ήταν ένα ερωτικό μήνυμα από κάποιον προς κάποιον άλλο που είναι στην απέναντι πτέρυγα. Οι φύλακες το πίστεψαν αμέσως, μιας κι αυτό ήρθε μάλλον να επιβεβαιώσει την εντύπωσή τους για τους μετανάστες, ότι μπορεί όλοι τους να ‘ναι και λίγο πούστηδες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τους ρωτούσαν πώς μπορούν τόσο καιρό χωρίς σεξ και αν γαμιούνται μεταξύ τους γιατί τους βλέπουνε συχνά να πιάνονται χέρι χέρι και να κοιμούνται αγκαλιά - και τι να καταλάβουν τώρα αυτοί από πολιτισμικές διαφορές. Λίγες μέρες αργότερα, λίγο για το χαβαλέ και λίγο για να υποστηρίξουν το παραμύθι, οργανώθηκε ένας γάμος στην πτέρυγα του ενός παιδιού. Κάποιος, λέει, που πιάναν τα χέρια του και έφτιαχνε διάφορα πράγματα από πετραδάκια ή ότι άλλο βρει, τους έβαλε όλους να του μαζέψουν τα καλαμάκια από τους χυμούς που τους δίνανε και τα έπλεξε και έφτιαξε δύο πολύχρωμα στεφάνια. Και άλλοι έκοψαν σε πολλά κομματάκια εφημερίδες και χαρτιά και τα πετούσαν στον αέρα όταν γινόταν ο γάμος. Και τους βάλανε να φορέσουν καθαρά κι ωραία ρούχα και μέχρι το βράδυ χορεύανε και τραγουδούσαν μαζί και με τους φύλακες, οι οποίοι για δώρο προς το ‘ζευγάρι’, μετέφεραν, λέει, όλους τους κρατούμενους από ένα κοντέινερ ώστε να αδειάσει και το διέθεσαν σ΄ αυτούς που παντρεύτηκαν, για να κοιμηθούν μόνοι τους την ‘πρώτη νύχτα του γάμου τους.’ 

Άκουγα και δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Ειδικά αυτή η στάση των αστυνομικών μου θύμισε τη συνηθισμένη αναπαράσταση του ‘καλού’ μπάτσου από το χόλιγουντ με την όποια όλοι μας έχουμε κάποια στιγμή αναγουλιάσει. Ίσως όμως και να εξηγείται και με όλες αυτές τις αναλύσεις για το στρατόπεδο συγκέντρωσης περί “κατάστασης εξαίρεσης” και “γυμνής ζωής.” Μπορεί για τους μπάτσους η ομοφυλοφιλία να είναι ένα μη- ανθρώπινο χαρακτηριστικό των μη-ανθρώπων, κι άρα αυτοί που έχουν απολέσει την ιδιότητα του ανθρώπου να μπορούν να “αναπτύξουν κι ομοφυλοφιλία.” Δε θα μου ‘κανε και μεγάλη εντύπωση· είναι απίστευτο τι μπορεί να κατεβάσει ένας ομοφοβικός νους. 
Κι αυτό μου έφερε στο νου κάτι άλλο που μου είχε πει ένας άλλος μετανάστης αλλά που ποτέ δεν μπόρεσα να διασταυρώσω, για κάτι που συνέβαινε σε ένα κέντρο κράτησης στη Μυτιλήνη, ή μάλλον όχι, στη Σάμο; στην Κω; κάπου εκεί. Οι θάλαμοι, λέει, είχαν ψηλά μια τηλεόραση που ήταν μονίμως ανοιχτή, και που φυσικά ρυθμιζόταν από τους φύλακες. Και αυτοί, λέει, τους έβαζαν είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να βλέπουν σκληρό πορνό. Ήταν τόσο δυσβάσταχτο που από ένα σημείο και πέρα άρχισαν να διαμαρτύρονται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτό. Δηλαδή σταμάτησαν να ζητούν καλύτερο φαγητό ή γιατρούς και ζητούσαν να σταματήσουν να τους δείχνουν τσόντες. Αυτό το βασανιστήριο είναι σίγουρα πιο κοντά στην εικόνα που έχω για τους αστυνόμους και τους δεσμοφύλακες. Κι αν σκεφτώ και τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκρέιμπ, οι μπάτσοι είναι μάλλον κάπως έτσι διεθνώς. 

Οι στιγμές που σκέφτομαι τα κέντρα κράτησης, τους μετανάστες κι όλους τους έγκλειστους σε φυλακές είναι οι κατεξοχήν στιγμές που συνειδητοποιώ ότι έχω σώμα. Ότι το σώμα μου έχει κάποιες βασικές ανάγκες και κάποιες ακόμα βασικότερες που είναι ανάγκες για επιθυμία. Πως η δυνατότητα να εκπληρώνεις ανάγκες/επιθυμίες είναι ζωή - είναι αυτή η ζωή που έφερε άλλωστε τους μετανάστες εδώ, μέσα από ένα τόσο δύσκολο ταξίδι. Έτσι κάθε περιορισμός είναι ένας μικρός θάνατος. 

Το που πάω το σώμα μου, πότε το δείχνω και που το κρύβω, τι το ταΐζω και πώς το γαμάω είναι θεμελιώδες. Φυσικά και δεν υποστηρίζω ότι έχω το απόλυτο έλεγχο σε όλα αυτά. Ζω κι εγώ σε μία διευρυμένη βιοπολιτική συνθήκη, κι έτσι απέχω πολύ από την αυτοδιάθεση. Αλλά το όριο που βάζει το κέντρο κράτησης είναι εκεί για να μου επισημαίνεται διαρκώς ότι τα πράγματα δεν είναι τελείως σχετικά, αλλά υπάρχουν όρια ευδιάκριτα και συχνά ηλεκτροβόρα. 


Κι όταν αυτά τα όρια τα περνώ, έστω κι ως επισκέπτης, μαθαίνω κάτι γι’ αυτά κι άρα και για ‘μένα, αν και δεν το κάνω γι’ αυτό. Το κάνω για ν’ αλλάξω έστω και λίγο μια μέρα τους, να τους πω κάτι να έχουν να λένε, να τους δώσω κάτι να καπνίσουν, μια τηλεκάρτα για να παίρνουν τηλέφωνο και έναν αριθμό τηλεφώνου για να τη χρησιμοποιούν, να δημιουργήσω άλλη μια μικρή ρωγμή στην ‘ολοκληρωτική συνθήκη’ για να μην καταλήξει να γίνει ολοκληρωτική, να προσπαθήσω να τους δώσω λίγη ελπίδα δείχνοντας τους ότι δεν τους έχουν ξεχάσει όλοι μα όλοι, ότι από την άλλη μεριά της σήτας δεν υπάρχουν μόνο μπάτσοι, ότι δεν χαιρόμαστε όλοι οι έλληνες που είναι αυτοί εκεί, ότι για κάποιους έχουν σημασία, έχουν σώματα, ονόματα και ζωές.  

Με τον ασφαλίτη που με παρακολουθούσε

Όταν ήμουν πιτσιρικάς, εκεί γύρω στα 19-20 είχα μπει στην Εκον Ρήγας Φεραίος. Πηγαίναμε σε καμιά διαδήλωση, σε καμιά απεργία, καταλήψεις σε σχολές τα γνωστά. Έκανα και λίγο παρέα με κάποιους μαλλιάδες, λίγο πιο αλητεία και η αστυνομία δεν άργησε να με βάλει στο μάτι. Κάποια στιγμή με συνέλαβαν μετά από κάποια γεγονότα σε μια διαδήλωση αλλά με άφησαν γρήγορα και στην ασφάλεια ο αστυνόμος υπηρεσίας μου είπε “εμ τι θα γινόσουν εσύ, κομούνι σαν το πατέρα σου”. 

Νόμιζα ότι είχα ξεμπλέξει έτσι απλά αλλά τις επόμενες μέρες κατάλαβα ότι έχω πάντα από πίσω μου έναν ασφαλίτη να με παρακολουθεί. Η αλήθεια είναι ότι δεν το κατάλαβα κατευθείαν. Τις πρώτες μέρες μάλιστα περνούσα από δίπλα του και τον κάρφωνα γιατί μου είχε φανεί ωραίος γκόμενος. Ήταν ένας βλάχος μουστακαλής, κοντούλης με τρίχες να βγαίνουν από το πουκάμισο και πολύ έντονα γαλάζια μάτια. Αυτό ήταν που μου είχε κάνει εντύπωση, τα γαλάζια μάτια πάνω από το μαύρο πυκνό μουστάκι. Όταν τον κάρφωνα αυτός κοιτούσε κάτω, και έκανε ότι πατάει την καύτρα από το τσιγάρο που είχε μόλις πετάξει. 
Ε, τη τρίτη φορά που έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα κατάλαβα ότι ο τύπος ήταν βαλτός. Όπου πήγαινα με έπαιρνε από πίσω. Κι όταν έμπαινα κάπου που δεν μπορούσε να μπει με περίμενε απ’ έξω και κάπνιζε κάτι άφιλτρα τσιγάρα, το ένα μετά τ’ άλλο. Αυτό που ήξερε για μένα ήταν ότι ήμουν αριστερός και πήγαινα σε συναντήσεις και σε κάποιες διαδηλώσεις. Αυτό που έμαθε πολύ γρήγορα ήταν ότι ήμουν και αδερφή κι ότι όταν δεν ήμουν με τους αριστερούς ήμουν στα πάρκα, στα δημόσια ουρητήρια, στους πορνοσινεμάδες, κτλ. Όπου και να πήγαινα, ο μουστακαλής από πίσω, πάντα σε απόσταση ασφαλείας, να διαβάζει κηδειόχαρτα, να καπνίζει και να παρακολουθεί. Έτσι έβλεπε τα περισσότερα από τα γαμήσια μου. Τα τσιμπούκια στους οικοδόμους, τις παρτούζες στο πάρκο, τα όργια στο λιμάνι, όλα. 

Ένα απόγευμα έκανα μια βόλτα στο κέντρο και από το πολυτεχνείο βρέθηκα Ομόνοια και χώθηκα σε ένα κεντρικό σινεμά. Έπαιζε τσόντες της εποχής και στον κάτω χώρο ήταν άντρες που έτριβαν τα πουλιά τους. Στα θυρωρεία και στις τουαλέτες γινόταν χαμός από πίπες, γαμήσια και άντρες που βαρούσαν ο ένας στον άλλο μαλακία βλέποντας στην μεγάλη οθόνη μια ασπρουλιάρα βυζαρού να αγκομαχάει για ώρες μέχρι να χύσει αυτός που την πηδούσε. Το απόγευμα εκείνο με το που μπήκα στο σινεμά κρύφτηκα κάτω από τη σκάλα και κοιτούσα την είσοδο να δω αν θα με ακολουθήσει μέσα ο μουστακαλής μου. Αυτό και έκανε, δεν έκοψε καν εισιτήριο, έδειξε μια ταυτότητα και μπήκε χωρίς να του πει κανένας τίποτα - μόνο εγώ πλήρωνα με ότι μου έμενε από το χαρτζιλίκι που μου έδινε η μάνα μου, δεν είναι αυτό αδικία; Να μην γίνεις αριστερός μετά;

Μπήκε λοιπόν κι άρχισε να ψάχνει κάπως διακριτικά, αλλά άντε να με δει μες στα σκοτάδια και τις ψωλές. Έτσι την έστησε δίπλα στην είσοδο για να καταλάβει πότε θα βγω. Τότε εγώ πέρασα από δίπλα του για να δηλώσω την παρουσία μου και πήγα και έκατσα σε μία από τις θέσεις του σινεμά, σχετικά μπροστά, αλλά στο πλάι για να έχω μια σχετική εικόνα του γίνεται πίσω μου. Έτσι τον είδα να διαλέγει κι αυτός μια θέση πίσω πίσω, απ’ όπου μπορούσε να με βλέπει. 

Η ταινία συνέχιζε και οι επιβήτορες εναλλάσσονταν ενώ τα αγκομαχητά ήταν σαν λούπα που δεν σταματούσε ποτέ. Έκατσα κάμποση ώρα για να δώσω στο μουστακαλή μου το χρόνο να χαλαρώσει και να αφήσει το βλέμμα του να το τραβήξει η μεγάλη οθόνη. Τότε κάποια στιγμή έκανα μια απότομη κίνηση και σηκώθηκα να φύγω, ανεβαίνοντας τη σκοτεινή σκάλα προς την έξοδο. Αυτός φυσικά με είδε και περίμενε ότι θα φύγω και θα με ακολουθήσει. Εγώ όμως μόλις έφτασα στη σειρά του, πέρασα ανάμεσα στα πόδια του και έκατσα ακριβώς δίπλα του, και έκανα πως βλέπω την ταινία σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Η ταραχή του ήταν μεγάλη, γιατί ούτε να φύγει μπορούσε για να μην τον υποπτευθώ, ούτε να μείνει ήθελε γιατί με όλα αυτά που με είχε δει να κάνω ήταν σίγουρος ότι είμαι ικανός για όλα. Έτσι έκανε πως κάθεται για λίγο σαν να μη τρέχει τίποτα. Εγώ ξέροντας ότι θα φύγει πολύ σύντομα και θα πάει να κάτσει αλλού, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια του και το έσπρωξα πάνω για να πιάσω τ’ αρχίδια του. Δεν πρόλαβα όμως γιατί με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε και βγήκε έξω. Μετά από λίγο βγήκα κι εγώ και τον είδα πάλι στη γωνία να καπνίζει. Περιμέναμε στη στάση, πήραμε το λεωφορείο, κατεβήκαμε στη γειτονιά μου, περπατήσαμε προς το σπίτι στην γνωστή μας απόσταση και μπήκα μέσα αφήνοντας αυτόν και το βλέμμα του επιτέλους έξω.

Μετά από μερικές μέρες είχε μια διαδήλωση που έπρεπε οπωσδήποτε να πάω και έπρεπε να βρω τρόπο να τον αποφύγω τον μαλάκα. Έτσι κατέβηκα στο σπίτι των θείων μου που μένουν από κάτω μας, βρήκα στην πίσω αυλή και πέρασα στην αυλή του γείτονα, πήδηξα έναν τοίχο και βρέθηκα στην πίσω μεριά του τετραγώνου και έφυγα από τη γειτονιά χωρίς ο ασφαλίτης να με πάρει μυρωδιά. Το βράδυ που γύρισα, με περίμενε κοντά στη στάση και μόλις κατέβηκα με πήρε από πίσω αλλά από πολύ κοντινή απόσταση, δύο βήματα πίσω μου, κάτι που δεν είχε ξανακάνει. Τον αισθανόμουνα πολύ τσιτωμένο και άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ δε θυμάμαι να τον είχα ξαναδεί να καπνίζει ενώ περπατάει. 
Δύο στενά πριν από το σπίτι μου ήταν μια εγκαταλειμμένη αποθήκη που είχε γίνει ερείπιο και πάντα περνούσα από μπροστά της για να περάσω απέναντι στο δρόμο. Το ίδιο έκανα κι εκείνο το βράδυ μόνο που μόλις πήγα να περάσω το πεζοδρόμιο, ένιωσα ένα χέρι να περνάει πάνω από το σβέρκο μου και να μου κάνει κεφαλοκλείδωμα. Πριν προλάβω να καταλάβω τι έγινε μια τραχιά παλάμη που μύριζε νικοτίνη μου έκλεισε το στόμα και βρέθηκα να σέρνομαι μέσα στην αποθήκη, περνώντας μέσα από την ξηλωμένη πόρτα της. 
Μόλις φτάσαμε κάποια μέτρα βαθιά μέσα στην αποθήκη με έκανε να γονατίσω και μου κρατούσε ακόμα το στόμα κλειστό με το χέρι του.
-Που ήσουνα ρε πούστη, λέγε. Που ήσουνα; Κατέβηκες στην απεργία ή γαμιόσουνα πάλι από δω κι από κει;
Εγώ προσπάθησα να μιλήσω αλλά δεν μπορούσα. Τότε μου απελευθέρωσε το στόμα και πρόλαβα να πω:
-Να μη σε νοιάζει ρε , και μου το ξανάκλεισε και συνέχισε. 
-Λέγε ρε πουστάρα που ήσουνα, θα χάσω τη δουλειά μου εγώ για σένα; Έτσι νομίζεις; Λέγε που ήσουνα, και παίρνει το χέρι από το στόμα μου και προλαβαίνω να πω:
-Τους πούστηδες να μη τους πιάνεις στο στόμα σου παλιοκαθίκι
και μου το ξανάκλεισε και η μυρωδιά της νικοτίνης ήταν ακόμα πιο έντονη γιατί τώρα είχε αναμιχθεί με τα σάλια μου. 
-Τώρα θα δεις, είπε και με το άλλο του χέρι λύνει τη ζώνη του, ανοίγει το φερμουάρ και βγάζει την ψωλή του πού πραγματικά του ταίριαζε. Κοντή και χοντρή, τραχιά και σκληρή, με τις φλέβες να πετάνε χωρίς καν να είναι σε πλήρη στύση, βαριά αρχίδια καλυμμένα με τρίχες. Με το που παίρνει το χέρι από το σώμα του μου βάζει την ψωλή του βαθιά στο λαρύγγι μέχρι που η μύτη μου χώθηκε μέσα στις τρίχες και ό,τι αναπνοή μπορούσα να πάρω είχε την μυρωδιά τους. 
-Για πες τώρα τι μου έλεγες για τους πούστηδες; Δεν μιλάς; Που να μιλήσεις. Φάε τον πούτσο μου και λέγε που ήσουνα. 
Με τραβάει από τα μαλλιά, μου βγάζει την ψωλή του από το στόμα και κοιτώντας με εκείνα τα τέλεια μάτια μου λέει 
-Θα πεις ρε ή θα σε γαμήσω;
Κι οι δυο ξέραμε ότι αυτό πια δεν ήταν απειλή οπότε φανταστείτε την έκπληξη του όταν του είπα 
-Καλά, σταμάτα, θα σου πω. 
Σχεδόν απογοητεύτηκε. 
-Λέγε, ήσουν σύνταγμα;
-Όχι δεν ήμουνα. Γαμιόμουνα με κάτι φαντάρους στην ομόνοια. 
Τρελάθηκε. Με κράτησε λίγο ακόμα εκεί από τα μαλλιά και ξαφνικά μου έριξε μια ροχάλα στα μούτρα και ξανά έχωσε τον πούτσο του στο στόμα μου και άρχισε να το γαμάει με βία μέχρι που παραλίγο να ξεράσω. Τότε με έπιασε από το σβέρκο και με γύρισε ανάποδα και με έβαλε να σκύψω. Κατέβασε το παντελόνι μου και σάλιωσε το χέρι του και έχωσε το μεσαίο δάχτυλο στην τρύπα μου. Εγώ έσκουξα γιατί το δάχτυλό του ήταν σαν ένας μικρός πούτσος, και ήταν και πολύ ξερό, και χωρίς κομμένα νύχια. Το έβγαλε έξω και κόλλησε πίσω μου τρίβοντας τ’ αρχίδια του στη σχισμή του κόλου μου. Δεν πρόλαβα να πάρω μια βαθιά ανάσα, που πάντα βοηθάει, και τον ένιωσα να σπρώχνει τον πούτσο του μέσα μου. Ένιωσα τα πάντα μου να καίνε και να ανοίγουν. Πονούσα αλλά και να το έλεγα τίποτα δε θα γινόταν. Έτσι έκατσα και περίμενα να υγραθώ για να μην πονάει τόσο.
-Είδες ρε πως γαμάει το κράτος; είδες;
-Είδα, τόλμησα να πω.
-Τίποτα δεν είδες ακόμα, μου απάντησε. Και είχε δίκιο. Δεν είχα δει ακόμα τίποτα. Με γαμούσε για πολύ ώρα, έτσι, στην ίδια στάση, αγκομαχώντας τραβώντας με από τα μπούτια πάνω στον πούτσο του. Και κάποια στιγμή έχυσε μέσα μου βγάζοντας μόνο έναν μικρό αναστεναγμό και λέγοντας
-Πάρτα παλιοκομούνι. Που θα χάσω εγώ τη δουλειά μου για να γαμιέσαι εσύ δεξιά κι αριστερά. Λες κι εγώ δε μπορώ να σε γαμήσω.
Κουμπώθηκε και με έσπρωξε μακριά. Έκανε δυο βήματα και έφυγε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
Την επόμενη μέρα δεν με περίμενε στη γωνία. Δεν ξέρω τι αναφορά έκανε αλλά με άφησαν ήσυχο.

Εγώ μετά από λίγο καιρό τα έκοψα τα πολιτικά. Δεν ξέρω αν έχει σχέση.