Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Εγχειρίδιο πούστικου φόνου για πειραγμένους - Ο Μανωλάκης και το λουκούμι

Ο Μανωλάκης μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, που ήταν γεμάτο πρόβατα, έλατα και χωριάτες. Ήταν το μικρότερο από τρία αγόρια μιας αγροτικής, πατριαρχικά οργανωμένης οικογένειας, με κάποια αγροτική και κτηνοτροφική περιουσία. Το πρώτο από τα παιδιά ήταν το έξυπνο, το δεύτερο ήταν το όμορφο κι άρα δεν έμεινε σ΄ αυτόν παρά να είναι το καλό. Δηλαδή το όχι αρκετά έξυπνο κι ούτε αρκετά όμορφο, κι άρα ο βλάκας, το κρίμα της οικογένειας, η ντροπή, βλάκας μωρέ παιδί μου, βλάκας. Δεν μάθαμε ποτέ αν η νοητική του υστέρηση ήταν από γεννησιμιού του ή αποτέλεσμα επιτέλεσης του κοινωνικού ρόλου που του επιφυλάχθηκε κι έπρεπε να παίξει, και που του μεταδόθηκε όχι μόνο στο επίπεδο του λόγου, αλλά και με μπόλικο ξύλο και χτυπήματα στο κεφάλι ήδη από πολύ μικρόν, αρχικά από τον πατέρα, μετά από τα αδέρφια, μετά από τη μάνα που πείστηκε σιγά σιγά ότι καλύτερα ο Μανώλης να γίνει κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και μουλάρι, να βοηθάει στις δουλειές, και να μην πάρει κλάσμα από την περιουσία, αυξάνοντας έτσι τον παρονομαστή στο κλάσμα των άλλων δύο από τους λεβέντες μας, και μετά από το υπόλοιπο χωριό, που ευτυχώς δεν τον συναντούσε και πολύ συχνά καθώς η οικογένεια τον έκρυβε από πανηγύρια, γιορτές και μουσαφίρηδες και τον είχε πάντα στο βουνό με τα πρόβατα. 

Μόνο ο παπάς του χωριού αγαπούσε τον Μανωλάκη. Τον έψαχνε στο βουνό και πήγαινε και του έδινε από κανένα λουκούμι που πολύ του άρεσαν του Μανωλάκη. Τον έβαζε να κάτσει στα πόδια του και όσο ο Μανωλάκης έτρωγε το λουκούμι, ο παπάς τον χάιδευε στο κεφάλι, στα άτριχα μπουτάκια του, στην κοιλίτσα του και με τον καιρό έφτασε και στο κολαράκι. Μετά του έλεγε αν θέλει να του γλύψει τα δάχτυλα που έχουν ζάχαρη από το λουκούμι και ο Μανωλάκης το έκανε με μεγάλη χαρά καθώς τέτοια τρυφερότητα δεν του είχε προσφερθεί ξανά από άνθρωπο. 

Μια τέτοια μέρα, παραμονή δεκαπενταύγουστου ήτανε, κίνησε ο παπάς με το λουκούμι στο χέρι να βρει το Μανωλάκη στα πρόβατα. Κάτσανε δίπλα στο ποτάμι και ακολουθήθηκε η ίδια ιεροτελεστία. Αλλά, αυτή τη φορά,  αφού ο Μανωλάκης έγλυψε και τα δάχτυλα του παπά με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης στο πρόσωπό του, ο παπάς του είπε ότι αν θέλει λίγη ζάχαρη ακόμα να γλύψει, έχει ανάμεσα στα πόδια του, κι έκανε έτσι κι άνοιξε το ράσο του και έκπληκτος ο Μανωλάκης είδε ένα παλουκάκι ανάμεσα σε τρίχες, πασαλειμμένο με ζάχαρη άχνη. Δεν ήξερε ότι κι οι άνθρωποι κουβαλάν τέτοιο πράμα εκεί, το είχε δει μόνο στα άλογα και στα γαϊδούρια. Σάστισε και έκανε να φύγει, δεν ήθελε άλλη ζάχαρη. Κάτι του έλεγε πως καλύτερα να πάει αμέσως στα πρόβατα. Όμως ο παπάς του είπε να μη φύγει αν δεν δοκιμάσει, κι έτσι ο Μανωλάκης πλησίασε αργά και διστακτικά, αλλά όταν έφτασε αρκετά κοντά σιγουρεύτηκε ότι πράγματι δε θέλει κι έκανε να φύγει. Τότε όμως ο παπάς του άστραψε μια ανάποδη που είδε το κόσμο να γυρίζει ο Μανωλάκης. Όταν κάπως συνήλθε βρέθηκε ξαπλωμένος μπρούμυτα στο χώμα, με κατεβασμένη τη σκελέα του και γυμνό τον κώλο του, και τον παπά να έχει πετάξει τα ράσα του, να βάζει σάλιο στο ζαχαρωμένο του πουλί και προσπαθεί να τον βάλει μέσα του. Έκανε να φωνάξει αλλά ο παπάς του έκλεισε το στόμα - άλλωστε και ποιος να τον ακούσει, τα πρόβατα; Ένιωσε ένα κάψιμο κι έναν πόνο που τον παρέλυσε. Δε θυμάται τίποτα άλλο εκτός από τον παπά να του λέει πως αν πει τίποτα πουθενά, ο θεός θα τον σκοτώσει, κι αυτόν κι όσους αγαπάει. Ο παπάς έφυγε κι αυτός μπήκε μέσα στο παγωμένο ποτάμι γιατί ήθελε τόσο πολύ να πλυθεί. Να πλυθεί και να μην πονάει. Και να μην θυμάται. 

Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλη νύχτα. Πονούσε και δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Γιατί του το έκανε αυτό; Όταν έβλεπε τα ζώα να είναι έτσι ενωμένα δε του φαινόταν να είναι τόσο κακό, ούτε ότι πονάνε. Τι κακό είχε κάνει; Κι αν έγινε έτσι αυτό μια φορά, μήπως είναι σαν το ξύλο κι άρα θα ξαναγίνει, έστω κι αν πονάει; Κι αν το πει; Κι αν πεθάνουν τα πρόβατα; Και που να το πει; Κι έχει κι ο πατέρας του και τα αδέρφια του τέτοιο; Δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα. Όλη νύχτα πέρασε με μία λέξη κολλημένη στο μυαλό του: βλάκας. 

Την επόμενη ξημέρωσε πανηγύρι. Του είχε πει η μάνα του να μην κατέβει καν στο χωριό και τον δει ο κόσμος, και του είχε δώσει ψωμί και τυρί για τρεις μέρες. Αλλά δεν είχε όρεξη να φάει τίποτα. Άκουγε από μακριά τη λειτουργία από τα μεγάφωνα της εκκλησίας που ήταν λίγο έξω από το χωριό, και μετά τα κλαρίνα να πηγαίνουν τον κόσμο από την εκκλησία στην πλατεία. Σκοτείνιασε. Το αίμα είχε σταματήσει. Έβαλε τα πρόβατα στη στάνη και πήρε το δρόμο για την εκκλησία. Ανέβηκε σε ένα παράθυρο να δει τι γίνεται μέσα και είδε τον παπά μόνο του να τακτοποιεί το ιερό. Τρύπωσε αθόρυβα στην εκκλησία και λίγο μετά ακούστηκε ένας γδούπος και σαν κάτι να σπάει. 


Όταν πέρασε η ώρα κι ο παπάς δεν κατέβαινε στο πανηγύρι η παπαδιά ανησύχησε κι έκανε κατ΄ την εκκλησία να δει τι είχε συμβεί. Τον βρήκε σε μια λίμνη αίματος, μπρούμυτα στο μάρμαρο με ανοιγμένο το κεφάλι, και πάνω του τον μεγάλο ξύλινο εσταυρωμένο. Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει πως έγινε και λύθηκε ο εσταυρωμένος από την κολόνα που τον κρατούσε όρθιο σε μία γωνία στο ιερό και έπεσε και τον πλάκωσε. Δεν έλειπε τίποτα από την εκκλησία, ούτε λεφτά, ούτε εικόνες. Μόνο αν ήταν κάποιος πολύ προσεκτικός θα παρατηρούσε ότι στο μαρμάρινο σκαλοπάτι, δίπλα στον αιμόφυρτο πάτερ, είχε πέσει λίγη άσπρη σκόνη κι έλειπε κι ένα λουκούμι από το κουτί. 

Εγχειρίδιο πούστικου φόνου για πειραγμένους - Η Σούλα

Κάθε φορά που η Σούλα έμπαινε σε μέσο μαζικής μεταφοράς ήταν σε εγρήγορση, αγχωμένη, ταραγμένη, θυμωμένη και διάφορα άλλα επίθετα που το καθένα μόνο του ή κι όλα μαζί δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν την κατάστασή της, γιατί ούτε η ίδια ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό που αισθανόταν, πολύ περισσότερο γιατί το αισθανόταν, κι οπότε απλά νόμιζε ότι κατουριόταν. Για να το επιβεβαιώσει έπινε διαρκώς μικρές γουλιές από το μπουκαλάκι νερό που κρατούσε στα χέρια της, αλλά στην πραγματικότητα το είχε πάντα μαζί της όχι τόσο για το περιεχόμενό του, αλλά για τη συσκευασία του, που είχε βιδωτό καπάκι, που μπορεί να βιδώνει και να ξεβιδώνει, να σφίγγει και να ξεσφίγγει, όσες φορές το είχε ανάγκη. 
Το τρόλεϊ σήμερα δυστυχώς δεν είχε πολύ κόσμο, κι έτσι εύκολα γινόταν διακριτή τόσο αυτή όσο και οι αντιδράσεις των συνεπιβατών της όταν την εντόπιζαν. Από βλέμματα αποστροφής και απορίας, μέχρι κεφάλια που ανεβοκατέβαιναν σε μικρή κλίση και ελαφρύ στράβωμα του σαγονιού, μανάδες που μπαίναν μπροστά από τα μαλακισμένα τους για να τα προφυλάξουν από το θέαμα, γέροι και γριές που στην ηλικίας τους τολμούν πια να εκφράσουν δημόσια τη δυσαρέσκεια τους, και μετά να μην ασχοληθούν με τίποτα άλλο από τα οπτικά ερεθίσματα γύρω τους, καθωσπρέπει νέοι και νέες που τους ενδιαφέρει μόνο να μην αργήσουν στη δουλειά τους κι ούτε καν έναν μετανάστη μπας και τραβούσε αυτός λίγο από το μίσος πάνω του.  

Κάποια στιγμή ένας μεσήλικας που στεκόταν δίπλα της και που πριν λίγο είχε ζητήσει από μια κυριούλα να του χτυπήσει το εισιτήριο, γύρισε προς τη μεριά της Σούλας και της χαμογέλασε με αυτό το ύφος το σε κατάλαβα εγώ μη νομίζεις αλλά δε με νοιάζει. Η Σούλα προσπαθούσε να εστιάσει όλη της την προσοχή στο πως βιδώνει το καπάκι και πως μετά ξεβιδώνει και να αδιαφορήσει για όλα αυτά, και για το τελευταίο, αλλά αυτό πια ήταν αδύνατον όταν ο κυριούλης γύρισε διακριτικά και της ψιθύρισε στο αφτί κούκλα, πόσο θες να πάμε σ’ ένα ξενοδοχείο; Έτσι πήρε μόνη της τον λόγο και αφού κατάπιε και πήρε μια μεγάλη ανάσα άρχισε να τον κράζει όπως μόνο η Σούλα θα μπορούσε να κράξει άνθρωπο. Δυνατά, καθαρά, ουσιαστικά, με ρήματα και με τα απαραίτητα κοσμητικά άλλά όχι κόσμια επίθετα. Ντράπηκαν μέχρι και οι χειρολαβές. Η κυρία έκλεισε τ΄ αφτιά της επιδεικτικά και καλά δεν ακούω. Άλλες κυριούλες αρχίσαν τα τιτιβίσματα μίσους τύπου ντροπή, αίσχος, αστυνομία, αυτά είναι, θεός, λαός κτλ., πολλά κεφάλια απλώς ανεβοκατέβαιναν με μεγαλύτερη κλίση αλλά τον ίδιο μορφασμό, ενώ τα παιδιά προσπαθούσαν να διατηρήσουν όσο γίνεται οπτική επαφή με αυτή που φωνάζει, όταν ο ήρωας, ο οδηγός, πατάει απότομα φρένο, ανοίγει την πόρτα, σηκώνεται και πάει ύπουλα πίσω από τη Σούλα, τη βουτάει από τα μαλλιά και με κλοτσωμπουνίδια την πετάει έξω από το τρόλεϊ βρίζοντας κάτι σε τσούλα, ανώμαλε, και τα γνωστά. 

Η  Σούλα βρέθηκε στο οδόστρωμα, κανείς από τους επιβάτες δεν είχε αντιδράσει στον ξυλοδαρμό της, και μέχρι να σηκωθεί για να ξαναπιάσει το βρισίδι από κει του το άφησε, το τρόλεϊ είχε ξεκινήσει, κι αυτή χτυπούσε τις λαμαρίνες δημιουργώντας μία σκηνή απόλυτης ματαιότητας που θύμιζε πολύ έναν σκύλο που γαβγίζει σε ένα αμάξι που τρέχει, και με το που το σκέφτηκε αυτό εξοργίστηκε τόσο πολύ που έκανε κάτι που κανείς σκύλος δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει, πέταξε επιτέλους το μπουκαλάκι, λέγοντας κάτι σαν άντε ψόφο ρε μαλάκες ή κάτι τέτοιο, που ό,τι κι ήταν αποδείχτηκε τα σωστά λόγια και στον σωστό τόνο, γιατί το μπουκαλάκι βρήκε το ένα από τα δύο κοντάρια του τρόλεϊ, το όποιο αποσυνδέθηκε από τα ηλεκτροφόρα καλώδια κι έπεσε πάνω στο νερό που είχε προσγειωθεί στην οροφή του αμαξώματος δημιουργώντας ένα πολύ σοβαρό βραχυκύκλωμα. Όσοι επιβάτες ακουμπούσαν κάποια μεταλλική επιφάνεια, δηλαδή όλοι, έπαθαν πολύ σοβαρή ηλεκτροπληξία, και αποτεφρώθηκαν παλλόμενοι βγάζοντας μάλιστα και κάτι ηλεκτρονικούς θορύβους και μια απαίσια μυρωδιά τσίκνας που γρήγορα δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στο τρόλεϊ τόσο δυσάρεστη όσο περίπου ήταν και πριν - για τη Σούλα. Τα μηχανάκια περνούσαν από δίπλα και κοιτούσαν χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί  αυτό το τρόλεϊ καπνίζει, και μόνο κάποιοι περαστικοί κατάλαβαν τι είχε συμβεί και άρχισαν να φωνάζουν όταν είδαν κολλημένο στο τζάμι ένα κοριτσάκι που οι κοτσίδες του είχαν τεντωθεί σαν κεραίες και το ίδιο είχε καρβουνιάσει εντελώς. 


Όταν η Σούλα κατάλαβε τι είχε συμβεί σταμάτησε απότομα το βρισίδι και κοίταξε γύρω της να δει αν την κοιτάζει κανείς.  Γρήγορα συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν ασχολιόταν πια μαζί της και τότε έβαλε το χέρι της στην τσάντα ψάχνοντας με αγωνία να βρει το κινητό της ανάμεσα στα μικροπράγματα που κουβαλούσε. Έπρεπε επειγόντως να βγάλει μία σέλφι. 

Εγχειρίδιο πούστικου φόνου για πειραγμένους - Ο Τρίτωνας

Ο Σάκης βγήκε βιαστικά από τη μπανιέρα, όπου έκανε ένα δροσιστικό ντουζάκι, έτσι για να φύγει ο ιδρώτας και η κάπνα της πόλης. Σκουπίστηκε καλά καλά, και φόρεσε ένα καθαρό βρακί, σαν να ‘ξερε. Έφτιαξε τα μαλλιά του να είναι σαν να μην τα έφτιαξε, φόρεσε μία από τις ίδιες μαύρες βερμούδες του, μία από τις αντίστοιχες μαύρες μπλούζες του, τα μαύρα του αθλητικά παπούτσια, έβαλε λίγο κρεμούλα στο φρέσκο του τατού για να γυαλίζει, πέρασε το κράνος του στον αγκώνα και πήρε το μηχανάκι του να ανέβει για γνωστό λόφο του κέντρου της Αθήνας, όπου είχαν συναυλία με τη χιπ χοπ μπάντα του.  

Μόλις έφτασε λίγο κάτω από το λόφο και κλείδωσε το μηχανάκι του, είδε με την άκρη του ματιού του μια παρέα από αδερφές που άραζαν παραπέρα, σαν κάποιον να περιμένουν. Δεν τους χαιρέτησε, αν και τους ξέρει και μάλιστα από παλιά, αλλά τελοσπάντον δεν μιλάνε. Ούτε αυτοί του μιλάνε από τότε που του ζητήσανε να αλλάξει τους στίχους του σε ένα κομμάτι επειδή και καλά ήταν ομοφοβικοί και σεξιστικοί, ενώ αυτός πραγματικά δεν έχει κανένα πρόβλημα με τους γκέι, ας κάνει ο καθένας ότι θέλει, κι ας εκφράζεται όπως θέλει γιατί αυτό είναι ελευθερία και άρα κι αυτός που εκφράζεται μέσα από τη μουσική του και τον στίχο του μπορεί να λέει τους μπάτσους, τους δικαστές και τα αφεντικά μουνιά και πούστηδες που γουστάρουν να τον παίρνουν κι ότι αυτός θα τους βάλει διάφορα στον κώλο τους, γιατί δεν εννοεί τους πραγματικούς γκέι, αλλά είναι η χρήση της γλώσσας καταλαβές; κι άλλωστε έτσι είναι το χιπ χοπ κι όσοι δε θέλουν να ακούν τέτοια να πάνε σε καμιά εκκλησία, και δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουν τόσο θέμα πια, κι αυτόν τον ενοχλούν πράγματα αλλά δεν πάει και στην συναυλία του άλλου να φωνάξει σύνθημα, αν είναι δυνατόν, σε αυτόν; συνθήματα; και τρικάκια; πάμε καλά; να του χαλάσουν τη συναυλία; θα τα γαμήσει τα μαλακισμένα, και τις φιλενάδες τους που την είδαν τελευταία φεμινίστριες, αλλά δεν ασχολούνται με τίποτα άλλο από το να ψάχνουν να βρουν κάτι για να πουν, αντί να κάνουν τίποτα για τους πραγματικούς εχθρούς εκεί έξω, πραγματικά δηλαδή, σηκώθηκαν τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι, και γιατί τώρα με κοιτάν έτσι και γιατί ήρθαν πάλι σήμερα εδώ και δεν πήγαν να γαμηθούν σε κανένα γκέι μπαρ; τι κοιτάν ρε μαλάκα, μήπως γουστάρουν;   

Με τέτοιες σκέψεις στο κεφάλι του, πέρασε δίπλα από τις τρεις αδερφές, και μπήκε στο μονοπάτι για το λόφο. Το πρώτο μέρος του σχεδίου είχε ολοκληρωθεί με απόλυτη επιτυχία. Οι αδερφές είχαν δει που και ποια είναι η μηχανή του. Μετά από λίγο κι οι τρεις τους πλησίασα τη μηχανή, κρύφτηκαν από πίσω της και έριξαν ένα κατούρημα. 
Κατά τη διάρκεια της συναυλίας οι τρεις αδερφές συναντήθηκαν με άλλες, και με κάτι λεσβίες, και μετά με κάτι άλλα παιδιά, αλλά πάντα επέλεγαν να στέκονται σε σημείο που τους επέτρεπε οπτική επαφή με τον Τρίτωνα, ο οποίος με το κράνος στον αγκώνα γυρνούσε από πηγαδάκι σε πηγαδάκι, έκανε με τους επίσης μαυροφορεμένους φίλους του χάι φάιβ σε διάφορες εκδοχές, με μπουνιές, παλάμες, δάχτυλα, έκανε κεφαλοκλειδώματα, πολεμικές λαβές, αγκαλιές, ποικίλα χουφτώματα, τσιμπηματάκια και τέλος πάντων όλα αυτά που κάνουν οι άντρες μεταξύ τους, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα των αδερφών που είχαν εστιάσει στις λαχταριστά αναγνωρίσιμες γάμπες του για να μην τον χάνουνε στο πλήθος, συχνά αναφωνώντας “κρίμα” μεταξύ τους - ειδικά όταν εκείνος έξυνε τον κώλο του - τσουγκρίζοντας τις μπίρες τους και γελώντας με ένα νόημα που μοιράζονταν μόνο μεταξύ τους. 

Η ώρα πέρασε, και ήρθε η ώρα του Τρίτωνα, να ακουμπήσει επιτέλους κάτω το κράνος του για να ανέβει στη σκηνή, αφήνοντας τον αγκώνα του εντελώς απροστάτευτο για όση ώρα θα διαρκούσε η εμφάνισή του. Ήταν ώρα για το τρίτο και τελευταίο μέρος του σχεδίου. Οι αδερφές άφησαν να περάσουν τα δυο πρώτα κομμάτια και σιγά σιγά και διακριτικά, πέρασαν ανάμεσα στον κόσμο που παραληρούσε με τις ανοησίες του Τρίτωνα για την πόλη, την πολιτική, τις γκόμενες, τη μουσική κτλ κτλ και βρέθηκαν μπροστά στη σκηνή, υπό του απορημένου βλέμματος του Τρίτωνα, που σκέφτηκε κάτι του στιλ βρε λες να κάνουν καμιά μαλακία πάλι; μπα μωρέ, έχουν καιρό που τα παράτησαν αυτά, κατάλαβαν πως ό,τι και να λένε κανένας δε θα τους δίνει σημασία κι εγώ θα συνεχίζω να λέω τα δικά μου και όπως και να έχει εγώ θα πω τους στίχους μου κανονικά. Κι έτσι κι έκανε πράγματι. Όταν ήρθε η ώρα για το επίμαχο κομμάτι, είπε τους ομοφοβικούς του στίχους περήφανα, δυνατά, και καθαρά κοιτώντας που και που τις αδερφές που του χαμογελούσαν κάπως περίεργα είναι η αλήθεια, και πίνοντας από αυτό το μπουκάλι ουίσκι που πώς βρέθηκε ξαφνικά δίπλα στα πόδια του; και δεν έχει καν βαλβίδα οπότε κατεβαίνει σε μεγάλες γουλιές αλλά δεν πειράζει, καλύτερα έτσι γιατί είναι και γαμώ τις συναυλίες ρε, μέχρι και οι αδερφές γουστάρουν ρε μαλακά, αυτά είναι, η μουσική ρε, επιτέλους. 

Όταν τελείωσε η εμφάνισή του, ευχαρίστησε το κοινό του όπως είθισται, κατέβηκε από τη σκηνή κρατώντας ότι είχε μείνει από το ουίσκι, πέρασε πάλι το κράνος στον αγκώνα και πήγε να κάνει ένα τσιγάρο, περνώντας πάλι δίπλα από τις τρεις αδερφές που πίνανε τις μπίρες τους και χαχανίζανε, για να βρει το κοινό του και να ακούσει να του λένε πόσο καλός ήταν και να απαντήσει κάτι σαν ‘ντάξει μωρέ ο ήχος δεν ήταν πολύ καλός αλλά τι να κάνεις. Έκανε μερικά ακόμα χάι φάιβ, έλαβε κάποιους τελευταίους ασπασμούς από κάτι ομοιόμορφούς του, κι έφυγε προς τη μηχανή του. 

Οι αδερφές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και πήγαν στο μπαρ να πάρουν από μία μπίρα ακόμα, άναψαν τσιγάρο και έκατσαν σε ένα πεζούλι περιμένοντας. Δεν πέρασαν είκοσι λεπτά μέχρι να αρχίσει να διαδίδεται η πληροφορία στόμα με στόμα με διάφορους τρόπους όπου οι λέξεις με την μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης ήταν: Τρίτωνας, κολόνα, μηχανή, ασθενοφόρο, μυαλά, νεκρός, κρίμα, κράνος, νέος, μεθυσμένος, πω πω, κτλ. 
Τσούγκρισαν μια τελευταία φορά τις μπίρες τους, αλλά πολύ πιο διακριτικά αυτή τη φορά, χαμήλωσαν το βλέμμα, και έφυγαν από τον πίσω δρόμο γιατί αλλιώς θα έπεφταν πάνω στο ατύχημα και δεν τα μπορούν τα αίματα. 

Στο δρόμο για ένα τελευταίο κοκτέιλ σε ένα κοντινό γκέι μπαρ, σχολίαζαν ότι πράγματι στο ίντερνετ βρίσκεις τα πάντα και ότι ήταν πράγματι τόσο εύκολο όσο φαινόταν να αφήσουν τη μηχανή του να κρυώσει λίγο και μετά να πάρουν με το δάχτυλο λίγο γράσο από την αλυσίδα και να το πασαλείψουν στους μεταλλικούς δίσκους που βρίσκονται στις ρόδες και που όπως έμαθαν λέγονται δισκόφρενα, και πράγματι ήταν όσο αποτελεσματικό λέγανε τα σχόλια στο φόρουμ, σε συνδυασμό βέβαια με κάμποσο αλκοόλ, μια απότομη κατηφόρα κι ένα κράνος να προστατεύει το χτένισμα και τον αγκώνα. Και μετά τις τεχνικές λεπτομέρειες η κουβέντα πήγε στο αν αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί απλά direct action ή violent direct action, ή αν κινείται στα όρια του ένοπλου αγώνα, ή μήπως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κάτι ένοπλο από τη στιγμή που δεν πρόκειται ποτέ να ηρωοποιηθούν μέσα από τη σύλληψή τους.  


Ο Τρίτωνας ξεχάστηκε σχετικά σύντομα και το επίμαχο κομμάτι ακουγόταν πολύ σπάνια. Σχετικά σύντομα επίσης εμφανίστηκε δίπλα από την κολόνα που έσκασε το κεφάλι του, ένα μικρό εκκλησάκι, προφανώς υπό την ανοχή του δήμου και με πρωτοβουλία της μάνας του από την οποία όπως αποδείχτηκε είχε πάρει και τις γάμπες, με μία εικονίτσα, ένα καντηλάκι, ένα γύψινο σταυρό κτλ, και μία επιγραφή που έλεγε κάτι σαν αδικοχαμένος γιος και άνθος ηλικίας, αλλά το πλήρες κείμενο δεν είναι διακριτό, ούτε η φωτογραφία του, γιατί τα έχουν καταχέσει τα περιστέρια. 

στο μούσι, στο μουστάκι, στο φρεσκοξυρισμένο μάγουλο, στον καθαρό σβέρκο, στις στρουμπουλές γάμπες, στα δικάβαλα μηχανάκια, στις πίσω θέσεις των λεωφορείων, στα απλωμένα μπουτάκια πάνω στα λευκά μάρμαρα, στα μποξεράκια που προεξέχουν από τα φαρδιά παντελόνια, στα βρεμένα κωλαράκια κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες, στα γυμνασμένα χέρια και στις αγύμναστες κοιλίτσες, στα πυκνά φρύδια, στα ντροπαλά βλέμματα και στα αμήχανα χαμόγελα, στο φούσκωμα του μαγιό, στα μάτια που διακρίνονται κάτω από τα κράνη, μέσα από τους καθρέφτες των αυτοκινήτων, πίσω από μαύρα γυαλιά, δίπλα από τα ηχεία, κάτω  από τα καπέλα, πάνω από τα ξεραμένα αλάτια στις τρίχες του στήθους, στις σταγόνες ιδρώτα που δεν στέγνωσαν ακόμα, στα σκουλαρίκια, στα τατού, στα αμάνικα, στα κλειστά πουκάμισα, στις βερμούδες, στα ανοιχτά κουμπιά και τα κουμπωμένα μπουφάν, στις φόρμες, στις φόρμες, στις φόρμες και στα τζιν, στα χείλη που στηρίζουν ένα τσιγάρο, στα δάχτυλα που το ‘στριψαν, στους αντίχειρες που το άναψαν, στη σταγόνα της μπίρας που έτρεξε από τα χείλη, στα αθλητικά παπούτσια, στα άρβυλα και τις οικοδομικές παντόφλες, στα αφτιά, τα μάτια, στις θηλές, στις κοιλιές, στα φαγωμένα νύχια, στις ελιές, στις τσίμπλες, στα άσπρα δόντια, στα κίτρινα δόντια, στα ντροπαλά κοιτάγματα, στα αμήχανα ακουμπήματα κρύβεται η καύλα μας για τα αγόρια 

(λέγε) Πόσο χρονών είσαι (ρε)

Ακολουθεί ένα κείμενο επιχειρηματολογίας, στο γνωστό διδακτικό τόνο που μας χαρακτηρίζει, για το πόσο απαράδεκτο είναι να ρωτάς κάποιον πόσο χρονών είναι.
Η φαινομενικά αθώα αυτή ερώτηση, που ακούγεται αθώα λόγω της φυσικοποιημένης βίας που ασκεί, είναι αντίστοιχη της ερώτησης “είσαι αγόρι ή κορίτσι”, “είσαι πούστης;”, “τί ρόλο έχεις στο κρεβάτι;” “τα καταπίνεις;” ή “πόσο την έχεις;”. Κι αυτό διότι, όπως όλες οι παραπάνω ερωτήσεις, έτσι και αυτή, δεν είναι μόνο μια πολύ προσωπική ερώτηση, αλλά είναι βαθιά κανονιστική και κρύβει τη βία της υποχρεωτικής συμπόρευσης με κοινωνικά προ-καθορισμένα πρότυπα που μάλιστα είναι αδύνατο να πραγματωθούν πλήρως από κάποιον, αφού ο ρόλος τους είναι ακριβώς να μην είναι πραγματοποιήσιμα.

Λέμε λοιπόν ότι η ερώτηση “πόσο χρονών είσαι” ενεργοποιεί όλο το agisim.

  • Ageism: ηλικιακή διάκριση, ή διάκριση με βάση την ηλικία. Στρέφεται βασικά εναντίον των νέων και των ηλικιωμένων, αλλά στην πραγματικότητα εναντίον όλων, αφού κάθε ηλικία  επενδύεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της εμφάνιση και της συμπεριφοράς, που είναι αρκετά παγιωμένα και σταθερά έστω κι αν φυσικά διαφοροποιούνται ανά φύλο, φυλή, τάξη, κοινωνική ομάδα κτλ., αφού είναι μια ακόμα κοινωνική προκατάληψη. Η στερεοτυπική επένδυση σημαινόμενων σε κάθε ηλικία γίνεται στη βάση κάποιου προτύπου που αν το πετύχεις ποτέ γράψε μου. Έτσι το να είσαι 26 ή 65 ή 40 ή 7, σημαίνει κάτι για το πως θα έπρεπε να δείχνεις και πως να φέρεσαι, τι να έχεις καταφέρει, που να συχνάζεις, τι να σου αρέσει, πως περίπου να ζεις, πως να μιλάς, με ποιον να γαμιέσαι, αν γαμιέσαι, κοκ. Έτσι μεγάλος = ώριμος, σοφός, ανεξάρτητος, κατασταλαγμένος, για σπίτι όχι για πάρτι, για διακοπές σε δωμάτιο, για λίγο σεξ, με προβλήματα υγείας, αργός, κουράζεται εύκολα, δε θέλει φασαρίες, κοκ. Μικρός = ανώριμος, ατσούμπαλος, εξαρτημένος, χαζούλης, ακούραστος στο σεξ, πολύ υγεία, για πάρτι όχι για σπίτι, διακοπές σε κάμπιμγκ, με φίλους πιτσιρικάδες, χωρίς διαμορφωμένη προσωπικότητα ακόμη, κοκ. Τώρα για το από πότε και πέρα είσαι μεγάλος και μέχρι πότε είσαι μικρός, δεν υπάρχει συναίνεση, αφού κι αυτό το μη υπαρκτό όριο αποτελεί μέρος της κατασκευής του φαντασιακού προτύπου που λέγαμε παραπάνω. 


Η ερώτηση λοιπόν αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα όπως επίσης και την έναρξη σκέψεων και δράσεων διάκρισης με βάση την ηλικία. Με άλλα λόγια η ερώτηση “πόσον χρονών είσαι” έρχεται ως επακόλουθο μιας διαδικασίας προεκτίμησης της ηλικίας κάποιου και κάθε απάντηση θα δημιουργήσει νέες συνδηλώσεις, όλες εκ των οποίων στερεοτυπικά κατασκευασμένες και κανονιστικές. Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό, θα λέγαμε ότι η ερώτηση έρχεται μετά από μια σειρά σκέψεων όπως: πόσο να είναι αυτός; μικρός/μεγάλος φαίνεται, μπορεί να μεγαλοδείχνει, έχει άσπρα μαλλιά, δεν έχει ρυτίδες, έχει παιδί, φέρεται σαν δεκαοχτάχρονος, μιλάει σαν εξηντάχρονος, κτλ, σκέψεις που προσπαθούν να εκτιμήσουν την ηλικία στη βάση πιθανοκρατικών συλλογισμών που βασίζονται στις πεποιθήσεις για το πως δείχνει/φέρεται κάποιος σε κάποια ηλικία.

Επιπροσθέτως, στο άκουσμα της ηλικίας θα ενεργοποιηθούν νέες κανονικοποιητικές σκέψεις: δε σου φαίνεται, μικροδείχνεις, νόμιζα ότι είσαι μεγαλύτερος, μα πότε πρόλαβες να τα κάνεις όλα αυτά; κτλ. Η έκπληξη ή η μη έκπληξη είναι επίσης αποτέλεσμα της στερεοτυπικής αντίληψης για το πως πρέπει να μοιάζει και πως να φέρεται κάποιος σε κάποια δεδομένη ηλικία, είναι δηλαδή η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος που δημιούργησε την απορία σε σχέση με την ηλικία και άρα την αρχική ερώτηση. Οι μη φωναχτές σκέψεις μάλιστα που θα γίνουν μετά από την απάντηση θα ενεργοποιήσουν άλλου είδους στερεοτυπικές συνεπαγωγές που συνοδεύουν την κάθε ηλικία: θα έχει σίγουρα ζάχαρο, σιγά μην είναι δικά του τα δόντια, τόσο πιτσιρικάς μόνο βλακείες θα λέει, τι να πεις με αυτό το πιτσιρίκι;

Ποιο είναι το πρόβλημα λοιπόν με το να πεις την ηλικία σου σε κάποιον; Καταρχήν να πούμε πως όποτε κι αν πεις την ηλικία σου σε κάποιον τότε η ηλικία σου θα είναι γνωστή και θα παρακολουθείται, δηλαδή δε θα μπορείς να την κρύψεις πια. Έτσι, είναι εύκολο να το λες όταν είσαι 28 ή 34, αλλά μετά κάποιοι θα ξέρουν ότι, για παράδειγμα, στους ολυμπιακούς του 2004 εσύ ήσουν 34 κι άρα τώρα θα είσαι περίπου 46. Οπότε δε λέμε ποτέ την ηλικία μας, ποτέ όμως.

Γιατί; Γιατί όπως είπαμε κουραστικά επαναλαμβανόμενοι παραπάνω, το πρόβλημα είναι ότι ενεργοποιεί όλο το ageism που υπάρχει (κι αυτό δεν το αμφισβητούμε) κι άρα έχει όλα τα προβλήματα του να προϋποθέτει κάποιος κάτι για κάποιον άλλον αποδίδοντάς του ιδιότητες, χαρακτηριστικά, κτλ., στη βάση των στερεοτύπων του, χαρακτηριστικά που το πιο πιθανό είναι να μην τα έχει ο άλλος και να πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτό. Για παράδειγμα, αν κάποιο γκομενάκι ρωτήσει “ωραίος αυτός, πόσο χρονών είναι;” και ακούσει 46, πρώτα θα κάνει upload όλο το στερεότυπο και μετά θα αποφασίσει αν θα τον φλερτάρει ή όχι, και πια δε θα αποφασίσει στη βάση της πραγματικότητας που βλέπει αλλά στη βάση των προ-αντιλήψεών του για τη συγκεκριμένη ηλικία. Έτσι, μπορεί να σκεφτεί: καλά αυτός είναι με το ένα πόδι στον τάφο, τι θα πω στους φίλους μου ότι τα ‘χω με έναν σαρανταεξάχρονο; ή καλή φάση, θα έχει δικό του σπίτι και λεφτά, ή καλά αυτός θα γαμάει πολύ ωραία. Φυσικά, το πιο πιθανό είναι να μην ισχύει τίποτα από αυτά, εκτός από τα φοβικά τύπου: μπορώ να δω τον εαυτό μου με έναν τόσο μεγάλο, είναι αυτό κάτι που γίνεται; Κάτι αντίστοιχο ισχύει φυσικά κι από την αντίστροφη, όταν θα ρωτήσεις πόσο χρονών είναι κάποιος και σου πουν ότι είναι 23 και θα σκεφτείς ότι μάλλον θα είναι φοιτητής, θα είναι όλη μέρα στο fb δεν θα έχει δει ποτέ του όπερα, θα είναι party animal, θα μιλάει με λολ και λάικ, κοκ.

Η ηλικία λοιπόν είναι ένας αριθμός, που ενεργοποιεί όλα τα σημαινόμενα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά κάποιου σε αυτή την ηλικία, μπλοκάροντας την πραγματικότητα της ηλικίας και της συμπεριφοράς κάποιου και με έναν τρόπο εγκαλώντας τον να επιτελέσει την αριθμητική του ηλικία ή να απολογηθεί που δεν το κάνει. Όπως μάλιστα συμβαίνει σε όλα τα παραδείγματα κοινωνικών διακρίσεων, όπως διακρίσεων με βάση τη φυλή (ρατσισμός), το φύλο, το σώμα, την τάξη, την τυπική μόρφωση, κτλ., αυτά τα σημαινόμενα δεν μπορούν να παρακαμφθούν ακόμα και μετά από μεγάλη προσπάθεια. Με τον ίδιο περίπου τρόπο, η ηλικία δεν είναι απλά ένας αριθμός, αλλά ένας αριθμός με κοινωνικά επενδεδυμένα νοήματα, με τον ίδιο τρόπο που η αναγραφή του φύλου στην ταυτότητα δεν είναι απλά μια λέξη, αλλά είναι μια λέξη με τεράστια κοινωνική σημασία από πίσω για τι σημαίνει γυναίκα/άντρας. Μέχρι λοιπόν να αποτελέσει η ηλικία ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, εμείς πρέπει να προστατέψουμε τον εαυτό μας και τους άλλους από τις διακρίσεις με βάση την ηλικία που δέχθηκαν, δέχονται ή θα δεχθούν στο μέλλον, μην ρωτώντας τις λάθος ερωτήσεις κι μη δίνοντας τις σωστές απαντήσεις.

Τι κάνουμε λοιπόν όταν μας ρωτάνε πόσο χρονών είμαστε;
Ανάλογα με το ποιος ρωτάει και σε ποιο πλαίσιο, πόσο άνεση του έχουμε, αν είναι κι άλλοι μπροστά, κτλ. Σίγουρα δεν απαντάμε ποτέ σαν να ήταν μια απλή ερώτηση και αν πρέπει να απαντήσουμε δεν λέμε ποτέ την αλήθεια (εκτός αν μας ρωτάει το κράτος οπότε εκεί απαντάμε για να μην μπλέξουμε χειρότερα).

Ακολουθούν κάποιες ιδέες για τι κάνουμε αν κάποιος μας ρωτήσει “πόσο χρονών είσαι”, για να διαλέξετε:

  • δεν απαντάμε καν, δε λέμε τίποτα, και συνεχίζουμε και τον κοιτάμε στα μάτια: η μισή αμηχανία δική του κι η άλλη μισή δική μας
  • λέμε κάτι του στιλ “να μη σε νοιάζει”, με τσαχπινιά και φεύγουμε αμέσως από εκεί
  • τους φτύνουμε στη μούρη, αυτοί μπορεί να μην ξέρουν γιατί αλλά αρκεί που ξέρουμε εμείς 
  • λέμε κάτι πολύ αστείο, τύπου “δε θυμάμαι, μήπως θες να δεις τα δόντια μου για να καταλάβεις;”
  • φωνάζουμε δυνατά Ageism Ageism μήπως κάποιος τρέξει να μας βοηθήσει
  • απομνημονεύουμε κομμάτια από το παραπάνω κείμενο και τα απαγγέλλουμε με στόμφο 
  • λέμε κάτι που δείχνει ότι η ερώτηση είναι πολύ προσωπική - και ότι έχουμε διαβάσει το κείμενο - τύπου “θα με ρωτήσεις και τι κάνω στο κρεβάτι μου;”
  • λέμε ένα κατάφωρο ψέμα προς τα πάνω ή προς τα κάτω και αλλάζουμε αμέσως την κουβέντα με τρόπο που σίγουρα θα τραβήξει όλη την προσοχή, π.χ., είμαι 73, χαχα!, πάντως πιστεύω ότι καλά έκαναν και τους σκότωσαν τους σκιτσογράφους του Charlie Hebdo, εσύ; 
  • λέμε ευγενικά ότι “είναι πολύ προσωπική η ερώτηση”, “δε σε αφορά” και “να κοιτάς τη δουλειά σου”, ή “μήπως παραγνωριστήκαμε;” ή “βρε άι στο διάολο”  
  • λέμε την ηλικία που νομίζουν ότι έχουμε, μόνο αν είναι απολύτως ψεύτικη
  • λέμε ότι είμαστε μέλη της λέσχης/στοάς “Γωγώ Σαπουτζάκη” και δεν μας επιτρέπεται να λέμε την ηλικία μας σε κανέναν
  • φυσικά, δεν ρωτάμε ποτέ την ηλικία σε άτομα άνω των 4 μηνών
  • Ακόμα κι αν έχουν δει την ταυτότητάς μας, αμφισβητούμε την όραση, τη μνήμη και τη νοημοσύνη τους.
  • Τέλος, οργανωνόμαστε σε αγώνες για την κατάργηση της αναγραφής της ηλικίας στις ταυτότητες και για τον τερματισμό των διακρίσεων με βάση την ηλικία. 

Γράμματα προς την πυθία

Ερώτηση
Αγαπητή μου πυθία είμαι άνεργος αρκετό καιρό τώρα και δυσκολεύομαι πολύ να βρω δουλειά. Τι να κάνω;

Απάντηση
Καλέ με 30% ανεργία που να βρεις δουλειά, πας καλά; Κι εγώ τι θες να σου πω; Κάνε ότι κάνω κι εγώ, ελεύθερους συνειρμούς. 
Το ψάξιμο εργασίας και το ψάξιμο γκόμενου μοιάζουν πολύ. Γιατί όταν φεύγεις από έναν γκόμενο, δεν είναι ότι αράζεις και απολαμβάνεις τη ζωή χωρίς γκόμενο, χωρίς δράματα, χωρίς κάποιον να καταλαμβάνει το μισό κρεβάτι, να ροχαλίζει, να ζητάει, να γκρινιάζει, να θέλει, να μιλάει, να μη γαμάει αρκετά, εσένα τουλάχιστον, κι όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουν τη ζωή χωρίς γκόμενο μια ευχάριστη περίοδο, αλλά ψάχνεις συνεχώς γκόμενο κι άρα τρως τον ζόφο του να σε απορρίπτουν και να απορρίπτεις, να σου ξινίζουν και να τους βρομάς, να νομίζεις ότι δε θα βρεις ποτέ, ότι μαλακία έκανες που έφυγες από τον προηγούμενο μια χαρά ήταν, ότι αν έβρισκες όλα θα ήταν καλύτερα ακόμα κι η ελληνική οικονομία, κι έτσι στο μεσοδιάστημα από τον ένα γκόμενο στον άλλο βρίσκεσαι να τρέχεις αγχωμένος από πάρκο σε παραλία κι από εκδήλωση σε πάρτι μπας και τα καταφέρεις, και λες και σ΄όλους τους φίλους σου ότι ψάχνεις γκόμενο να έχουν το νου τους αν ακούσουν τίποτα, και δώστου αγγελίες και ραντεβού και δοκιμαστικά σεξ, και περιόδους προσαρμογής μπας και, κι όταν τελικά τα καταφέρεις αναπολείς την περίοδο που δεν είχες γκόμενο και ήσουν ελεύθερο πουλί και μαλακίες. Εγώ προσπαθώ να γίνω συναισθηματίας, εκ του εισοδηματίας, που ούτε έχεις γκόμενο ούτε ψάχνεις γιατί δεν χρειάζεται κιόλας. Δυσκολεύομαι, δεν μπορώ να πω.


Ερώτηση
Πυθία μου αφού όταν κάθε φορά που κάνουμε ζευγαροσχέση καταλήγουμε να χωρίζουμε από τεράστια βαρεμάρα και μιζέρια συζυγική, κερατωμένοι τουλάχιστον μία φορά, με άπειρες ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις με όλους τους άλλους που κυκλοφορούν, κι όλα τα άλλα μη στα λέω, τα ξέρεις. Γιατί να μην κάνουμε σχέση με περισσότερους από έναν κι έτσι να τα γλιτώνουμε αυτά; 

Απάντηση
Γιατί φτωχούλα μου οι ζευγαροσχέσεις ακολουθούν κι αυτές την αρχή από το Ξυράφι του Όκαμ (google it). Είναι με λίγα λόγια θέμα οικονομίας. Σκέψου πως αν κάναμε σχέση με περισσότερους από έναν τότε θα είχαμε την ίδια στιγμή περισσότερους από έναν να χωρίσουμε, να μισήσουμε, να μη μιλάμε, να αλλάξουμε στέκια και κοινές παρέες, να κρυβόμαστε μη τυχών τους συναντήσουμε στην πόλη με τους νυν τους, να υπολογίζουμε με πόσους τα έφτιαξε καθένας από τους πρώην μας μέχρι να μη μας απασχολεί πια, κι άλλα τέτοια να μη στα λέω, τα ξέρεις. Με άγχωσες βραδιάτικα. 
Ερώτηση
Πυθία μου πως γίνεται οι στρέιτ άντρες ενώ είναι τόσο ξενέρωτοι, τόσο ηλίθιοι και στην πραγματικότητα λιγότεροι από μας να κατάφεραν να φτιάξουν τη μεγαλύτερη και μακροβιότερη αυτοκρατορία στη Γη;
Απάντηση
Μία είναι η απάντηση: επειδή τους αφήσαμε. 
Πάντως ξέρεις τι είναι βρήκα πρόσφατα πολύ ενδιαφέρον με τους στρέιτ? Τίποτα. 


Ερώτηση
Τι είναι ακροφοβία; 

Απάντηση
Ακροφοβία είναι όταν εκεί που αράζεις στην παραλία, κάποιος ανοίγει το παρεό του και εμφανίζεται ένα τόσο τεράστιο μόριο (μόριο; sic!), που συνήθως προκαλεί αποστροφή του βλέμματος, άγχος, ζάλη, ναυτία, απώλεια όρεξης και τάσεις για εμετό ή άμεση κατάποση, ανάλογα. Επίσης ως ακρο-φοβία χαρακτηρίζεται η (κομπλεξική) αντανακλαστική αντίδραση υποτίμησης του φέροντος τον τεράστιο πούτσο (π.χ., ότι βρομάει ο στόμας του, ή ότι μυρίζουν τα πόδια του), είτε πιο συχνά της νοημοσύνης του, είτε υποτίμηση του ίδιου του πούτσου με εκφράσεις όπως: “σιγά, δεν είναι και τόσο μεγάλη, έτσι σου φαίνεται”, ή “αυτές οι πούτσες δεν λειτουργούν και πολύ καλά, μη νομίζεις”.


Ερώτηση
Πυθία έχω βαρεθεί τα πάντα, θέλω παιδί.

Απάντηση
Κι εγώ έχω βαρεθεί τις μαλακίες σας, αλλά βλέπεις, απαντάω, δεν γεννάω.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

editorial





Ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος που έθεσε τους όρους του διλήμματος στο οποίο η σύγχρονη φυσική έχει ασκήσει το βάρος της αυθεντίας της. Για τον Επίκουρο, το πρόβλημα της επιστήμης, της κατανόησης της φύσης καθώς και εκείνο της μοίρας των ανθρώπων ήταν αδιαχώριστα. Όντας διάδοχος του Δημόκριτου, ο Επίκουρος φανταζόταν ότι ο κόσμος αποτελείται από άτομα που κινούνται στο κενό. Θεωρούσε ότι τα άτομα πέφτουν όλα με την ίδια ταχύτητα ακολουθώντας παράλληλες τροχιές. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να συγκρούονται; Πως μπορεί να εμφανιστεί κάτι νέο, ένας νέος συνδυασμός ατόμων;
Ο Επίκουρος έλυσε το πρόβλημα προσθέτοντας στη θεωρία του Δημόκριτου την «κίνησιν κατά παρέγκλισιν» (clinamen): «παρότι τα σώματα διαγράφουν ευθείες τροχιές όταν πέφτουν στο κενό λόγω του βάρους τους, σε απρόβλεπτο τόπο και χρόνο παρεκκλίνουν λίγο από την πορεία τους, ώστε να αλλάζει η κίνησή τους. Διότι εάν δεν παρέκκλιναν, τότε όλα θα έπεφταν προς τα κάτω σαν τις στάλες της βροχής στο κενό˙ καμία κρούση δεν θα λάβαινε χώρα …. έτσι, η φύση ποτέ δεν θα είχε δημιουργήσει οτιδήποτε».
Σαν να λέμε ότι τα άτομα που παρεκκλίνουν είναι η γενεσιουργός αιτία του κόσμου. Έτσι εμείς οι αδερφές, και όλα εκείνα τα άτομα που παρεκκλίνουν της κανονικής τροχιάς, δεν είμαστε απλά και μόνο ικανή αλλά και αναγκαία συνθήκη δημιουργίας του κόσμου
Άρα, εμείς οι αδερφές είμαστε και γαμώ τα άτομα

Glory Hopes
Έντυπη, μη-περιοδική έκδοση για τον πούτσο
Πάτρα, 2013
Χωρίς αντίτιμο – δεκτή κάθε οικονομική ενίσχυση – μην το παρακάνετε, μας κακομαθαίνετε.

Επικοινωνία:
gloryhopes.blogspot.gr/

«διαφωνώ με ο,τι λες αλλά θα αγωνιστώ μέχρι θανάτου για να έχεις το δικαίωμα να γαμιέσαι όπως θες” Ωραίος!

κατέβασε το τεύχος από εδώ