Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Με τον ασφαλίτη που με παρακολουθούσε

Όταν ήμουν πιτσιρικάς, εκεί γύρω στα 19-20 είχα μπει στην Εκον Ρήγας Φεραίος. Πηγαίναμε σε καμιά διαδήλωση, σε καμιά απεργία, καταλήψεις σε σχολές τα γνωστά. Έκανα και λίγο παρέα με κάποιους μαλλιάδες, λίγο πιο αλητεία και η αστυνομία δεν άργησε να με βάλει στο μάτι. Κάποια στιγμή με συνέλαβαν μετά από κάποια γεγονότα σε μια διαδήλωση αλλά με άφησαν γρήγορα και στην ασφάλεια ο αστυνόμος υπηρεσίας μου είπε “εμ τι θα γινόσουν εσύ, κομούνι σαν το πατέρα σου”. 

Νόμιζα ότι είχα ξεμπλέξει έτσι απλά αλλά τις επόμενες μέρες κατάλαβα ότι έχω πάντα από πίσω μου έναν ασφαλίτη να με παρακολουθεί. Η αλήθεια είναι ότι δεν το κατάλαβα κατευθείαν. Τις πρώτες μέρες μάλιστα περνούσα από δίπλα του και τον κάρφωνα γιατί μου είχε φανεί ωραίος γκόμενος. Ήταν ένας βλάχος μουστακαλής, κοντούλης με τρίχες να βγαίνουν από το πουκάμισο και πολύ έντονα γαλάζια μάτια. Αυτό ήταν που μου είχε κάνει εντύπωση, τα γαλάζια μάτια πάνω από το μαύρο πυκνό μουστάκι. Όταν τον κάρφωνα αυτός κοιτούσε κάτω, και έκανε ότι πατάει την καύτρα από το τσιγάρο που είχε μόλις πετάξει. 
Ε, τη τρίτη φορά που έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα κατάλαβα ότι ο τύπος ήταν βαλτός. Όπου πήγαινα με έπαιρνε από πίσω. Κι όταν έμπαινα κάπου που δεν μπορούσε να μπει με περίμενε απ’ έξω και κάπνιζε κάτι άφιλτρα τσιγάρα, το ένα μετά τ’ άλλο. Αυτό που ήξερε για μένα ήταν ότι ήμουν αριστερός και πήγαινα σε συναντήσεις και σε κάποιες διαδηλώσεις. Αυτό που έμαθε πολύ γρήγορα ήταν ότι ήμουν και αδερφή κι ότι όταν δεν ήμουν με τους αριστερούς ήμουν στα πάρκα, στα δημόσια ουρητήρια, στους πορνοσινεμάδες, κτλ. Όπου και να πήγαινα, ο μουστακαλής από πίσω, πάντα σε απόσταση ασφαλείας, να διαβάζει κηδειόχαρτα, να καπνίζει και να παρακολουθεί. Έτσι έβλεπε τα περισσότερα από τα γαμήσια μου. Τα τσιμπούκια στους οικοδόμους, τις παρτούζες στο πάρκο, τα όργια στο λιμάνι, όλα. 

Ένα απόγευμα έκανα μια βόλτα στο κέντρο και από το πολυτεχνείο βρέθηκα Ομόνοια και χώθηκα σε ένα κεντρικό σινεμά. Έπαιζε τσόντες της εποχής και στον κάτω χώρο ήταν άντρες που έτριβαν τα πουλιά τους. Στα θυρωρεία και στις τουαλέτες γινόταν χαμός από πίπες, γαμήσια και άντρες που βαρούσαν ο ένας στον άλλο μαλακία βλέποντας στην μεγάλη οθόνη μια ασπρουλιάρα βυζαρού να αγκομαχάει για ώρες μέχρι να χύσει αυτός που την πηδούσε. Το απόγευμα εκείνο με το που μπήκα στο σινεμά κρύφτηκα κάτω από τη σκάλα και κοιτούσα την είσοδο να δω αν θα με ακολουθήσει μέσα ο μουστακαλής μου. Αυτό και έκανε, δεν έκοψε καν εισιτήριο, έδειξε μια ταυτότητα και μπήκε χωρίς να του πει κανένας τίποτα - μόνο εγώ πλήρωνα με ότι μου έμενε από το χαρτζιλίκι που μου έδινε η μάνα μου, δεν είναι αυτό αδικία; Να μην γίνεις αριστερός μετά;

Μπήκε λοιπόν κι άρχισε να ψάχνει κάπως διακριτικά, αλλά άντε να με δει μες στα σκοτάδια και τις ψωλές. Έτσι την έστησε δίπλα στην είσοδο για να καταλάβει πότε θα βγω. Τότε εγώ πέρασα από δίπλα του για να δηλώσω την παρουσία μου και πήγα και έκατσα σε μία από τις θέσεις του σινεμά, σχετικά μπροστά, αλλά στο πλάι για να έχω μια σχετική εικόνα του γίνεται πίσω μου. Έτσι τον είδα να διαλέγει κι αυτός μια θέση πίσω πίσω, απ’ όπου μπορούσε να με βλέπει. 

Η ταινία συνέχιζε και οι επιβήτορες εναλλάσσονταν ενώ τα αγκομαχητά ήταν σαν λούπα που δεν σταματούσε ποτέ. Έκατσα κάμποση ώρα για να δώσω στο μουστακαλή μου το χρόνο να χαλαρώσει και να αφήσει το βλέμμα του να το τραβήξει η μεγάλη οθόνη. Τότε κάποια στιγμή έκανα μια απότομη κίνηση και σηκώθηκα να φύγω, ανεβαίνοντας τη σκοτεινή σκάλα προς την έξοδο. Αυτός φυσικά με είδε και περίμενε ότι θα φύγω και θα με ακολουθήσει. Εγώ όμως μόλις έφτασα στη σειρά του, πέρασα ανάμεσα στα πόδια του και έκατσα ακριβώς δίπλα του, και έκανα πως βλέπω την ταινία σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Η ταραχή του ήταν μεγάλη, γιατί ούτε να φύγει μπορούσε για να μην τον υποπτευθώ, ούτε να μείνει ήθελε γιατί με όλα αυτά που με είχε δει να κάνω ήταν σίγουρος ότι είμαι ικανός για όλα. Έτσι έκανε πως κάθεται για λίγο σαν να μη τρέχει τίποτα. Εγώ ξέροντας ότι θα φύγει πολύ σύντομα και θα πάει να κάτσει αλλού, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια του και το έσπρωξα πάνω για να πιάσω τ’ αρχίδια του. Δεν πρόλαβα όμως γιατί με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε και βγήκε έξω. Μετά από λίγο βγήκα κι εγώ και τον είδα πάλι στη γωνία να καπνίζει. Περιμέναμε στη στάση, πήραμε το λεωφορείο, κατεβήκαμε στη γειτονιά μου, περπατήσαμε προς το σπίτι στην γνωστή μας απόσταση και μπήκα μέσα αφήνοντας αυτόν και το βλέμμα του επιτέλους έξω.

Μετά από μερικές μέρες είχε μια διαδήλωση που έπρεπε οπωσδήποτε να πάω και έπρεπε να βρω τρόπο να τον αποφύγω τον μαλάκα. Έτσι κατέβηκα στο σπίτι των θείων μου που μένουν από κάτω μας, βρήκα στην πίσω αυλή και πέρασα στην αυλή του γείτονα, πήδηξα έναν τοίχο και βρέθηκα στην πίσω μεριά του τετραγώνου και έφυγα από τη γειτονιά χωρίς ο ασφαλίτης να με πάρει μυρωδιά. Το βράδυ που γύρισα, με περίμενε κοντά στη στάση και μόλις κατέβηκα με πήρε από πίσω αλλά από πολύ κοντινή απόσταση, δύο βήματα πίσω μου, κάτι που δεν είχε ξανακάνει. Τον αισθανόμουνα πολύ τσιτωμένο και άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ δε θυμάμαι να τον είχα ξαναδεί να καπνίζει ενώ περπατάει. 
Δύο στενά πριν από το σπίτι μου ήταν μια εγκαταλειμμένη αποθήκη που είχε γίνει ερείπιο και πάντα περνούσα από μπροστά της για να περάσω απέναντι στο δρόμο. Το ίδιο έκανα κι εκείνο το βράδυ μόνο που μόλις πήγα να περάσω το πεζοδρόμιο, ένιωσα ένα χέρι να περνάει πάνω από το σβέρκο μου και να μου κάνει κεφαλοκλείδωμα. Πριν προλάβω να καταλάβω τι έγινε μια τραχιά παλάμη που μύριζε νικοτίνη μου έκλεισε το στόμα και βρέθηκα να σέρνομαι μέσα στην αποθήκη, περνώντας μέσα από την ξηλωμένη πόρτα της. 
Μόλις φτάσαμε κάποια μέτρα βαθιά μέσα στην αποθήκη με έκανε να γονατίσω και μου κρατούσε ακόμα το στόμα κλειστό με το χέρι του.
-Που ήσουνα ρε πούστη, λέγε. Που ήσουνα; Κατέβηκες στην απεργία ή γαμιόσουνα πάλι από δω κι από κει;
Εγώ προσπάθησα να μιλήσω αλλά δεν μπορούσα. Τότε μου απελευθέρωσε το στόμα και πρόλαβα να πω:
-Να μη σε νοιάζει ρε , και μου το ξανάκλεισε και συνέχισε. 
-Λέγε ρε πουστάρα που ήσουνα, θα χάσω τη δουλειά μου εγώ για σένα; Έτσι νομίζεις; Λέγε που ήσουνα, και παίρνει το χέρι από το στόμα μου και προλαβαίνω να πω:
-Τους πούστηδες να μη τους πιάνεις στο στόμα σου παλιοκαθίκι
και μου το ξανάκλεισε και η μυρωδιά της νικοτίνης ήταν ακόμα πιο έντονη γιατί τώρα είχε αναμιχθεί με τα σάλια μου. 
-Τώρα θα δεις, είπε και με το άλλο του χέρι λύνει τη ζώνη του, ανοίγει το φερμουάρ και βγάζει την ψωλή του πού πραγματικά του ταίριαζε. Κοντή και χοντρή, τραχιά και σκληρή, με τις φλέβες να πετάνε χωρίς καν να είναι σε πλήρη στύση, βαριά αρχίδια καλυμμένα με τρίχες. Με το που παίρνει το χέρι από το σώμα του μου βάζει την ψωλή του βαθιά στο λαρύγγι μέχρι που η μύτη μου χώθηκε μέσα στις τρίχες και ό,τι αναπνοή μπορούσα να πάρω είχε την μυρωδιά τους. 
-Για πες τώρα τι μου έλεγες για τους πούστηδες; Δεν μιλάς; Που να μιλήσεις. Φάε τον πούτσο μου και λέγε που ήσουνα. 
Με τραβάει από τα μαλλιά, μου βγάζει την ψωλή του από το στόμα και κοιτώντας με εκείνα τα τέλεια μάτια μου λέει 
-Θα πεις ρε ή θα σε γαμήσω;
Κι οι δυο ξέραμε ότι αυτό πια δεν ήταν απειλή οπότε φανταστείτε την έκπληξη του όταν του είπα 
-Καλά, σταμάτα, θα σου πω. 
Σχεδόν απογοητεύτηκε. 
-Λέγε, ήσουν σύνταγμα;
-Όχι δεν ήμουνα. Γαμιόμουνα με κάτι φαντάρους στην ομόνοια. 
Τρελάθηκε. Με κράτησε λίγο ακόμα εκεί από τα μαλλιά και ξαφνικά μου έριξε μια ροχάλα στα μούτρα και ξανά έχωσε τον πούτσο του στο στόμα μου και άρχισε να το γαμάει με βία μέχρι που παραλίγο να ξεράσω. Τότε με έπιασε από το σβέρκο και με γύρισε ανάποδα και με έβαλε να σκύψω. Κατέβασε το παντελόνι μου και σάλιωσε το χέρι του και έχωσε το μεσαίο δάχτυλο στην τρύπα μου. Εγώ έσκουξα γιατί το δάχτυλό του ήταν σαν ένας μικρός πούτσος, και ήταν και πολύ ξερό, και χωρίς κομμένα νύχια. Το έβγαλε έξω και κόλλησε πίσω μου τρίβοντας τ’ αρχίδια του στη σχισμή του κόλου μου. Δεν πρόλαβα να πάρω μια βαθιά ανάσα, που πάντα βοηθάει, και τον ένιωσα να σπρώχνει τον πούτσο του μέσα μου. Ένιωσα τα πάντα μου να καίνε και να ανοίγουν. Πονούσα αλλά και να το έλεγα τίποτα δε θα γινόταν. Έτσι έκατσα και περίμενα να υγραθώ για να μην πονάει τόσο.
-Είδες ρε πως γαμάει το κράτος; είδες;
-Είδα, τόλμησα να πω.
-Τίποτα δεν είδες ακόμα, μου απάντησε. Και είχε δίκιο. Δεν είχα δει ακόμα τίποτα. Με γαμούσε για πολύ ώρα, έτσι, στην ίδια στάση, αγκομαχώντας τραβώντας με από τα μπούτια πάνω στον πούτσο του. Και κάποια στιγμή έχυσε μέσα μου βγάζοντας μόνο έναν μικρό αναστεναγμό και λέγοντας
-Πάρτα παλιοκομούνι. Που θα χάσω εγώ τη δουλειά μου για να γαμιέσαι εσύ δεξιά κι αριστερά. Λες κι εγώ δε μπορώ να σε γαμήσω.
Κουμπώθηκε και με έσπρωξε μακριά. Έκανε δυο βήματα και έφυγε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
Την επόμενη μέρα δεν με περίμενε στη γωνία. Δεν ξέρω τι αναφορά έκανε αλλά με άφησαν ήσυχο.

Εγώ μετά από λίγο καιρό τα έκοψα τα πολιτικά. Δεν ξέρω αν έχει σχέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου