Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Εγχειρίδιο πούστικου φόνου για πειραγμένους - Η Σούλα

Κάθε φορά που η Σούλα έμπαινε σε μέσο μαζικής μεταφοράς ήταν σε εγρήγορση, αγχωμένη, ταραγμένη, θυμωμένη και διάφορα άλλα επίθετα που το καθένα μόνο του ή κι όλα μαζί δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν την κατάστασή της, γιατί ούτε η ίδια ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό που αισθανόταν, πολύ περισσότερο γιατί το αισθανόταν, κι οπότε απλά νόμιζε ότι κατουριόταν. Για να το επιβεβαιώσει έπινε διαρκώς μικρές γουλιές από το μπουκαλάκι νερό που κρατούσε στα χέρια της, αλλά στην πραγματικότητα το είχε πάντα μαζί της όχι τόσο για το περιεχόμενό του, αλλά για τη συσκευασία του, που είχε βιδωτό καπάκι, που μπορεί να βιδώνει και να ξεβιδώνει, να σφίγγει και να ξεσφίγγει, όσες φορές το είχε ανάγκη. 
Το τρόλεϊ σήμερα δυστυχώς δεν είχε πολύ κόσμο, κι έτσι εύκολα γινόταν διακριτή τόσο αυτή όσο και οι αντιδράσεις των συνεπιβατών της όταν την εντόπιζαν. Από βλέμματα αποστροφής και απορίας, μέχρι κεφάλια που ανεβοκατέβαιναν σε μικρή κλίση και ελαφρύ στράβωμα του σαγονιού, μανάδες που μπαίναν μπροστά από τα μαλακισμένα τους για να τα προφυλάξουν από το θέαμα, γέροι και γριές που στην ηλικίας τους τολμούν πια να εκφράσουν δημόσια τη δυσαρέσκεια τους, και μετά να μην ασχοληθούν με τίποτα άλλο από τα οπτικά ερεθίσματα γύρω τους, καθωσπρέπει νέοι και νέες που τους ενδιαφέρει μόνο να μην αργήσουν στη δουλειά τους κι ούτε καν έναν μετανάστη μπας και τραβούσε αυτός λίγο από το μίσος πάνω του.  

Κάποια στιγμή ένας μεσήλικας που στεκόταν δίπλα της και που πριν λίγο είχε ζητήσει από μια κυριούλα να του χτυπήσει το εισιτήριο, γύρισε προς τη μεριά της Σούλας και της χαμογέλασε με αυτό το ύφος το σε κατάλαβα εγώ μη νομίζεις αλλά δε με νοιάζει. Η Σούλα προσπαθούσε να εστιάσει όλη της την προσοχή στο πως βιδώνει το καπάκι και πως μετά ξεβιδώνει και να αδιαφορήσει για όλα αυτά, και για το τελευταίο, αλλά αυτό πια ήταν αδύνατον όταν ο κυριούλης γύρισε διακριτικά και της ψιθύρισε στο αφτί κούκλα, πόσο θες να πάμε σ’ ένα ξενοδοχείο; Έτσι πήρε μόνη της τον λόγο και αφού κατάπιε και πήρε μια μεγάλη ανάσα άρχισε να τον κράζει όπως μόνο η Σούλα θα μπορούσε να κράξει άνθρωπο. Δυνατά, καθαρά, ουσιαστικά, με ρήματα και με τα απαραίτητα κοσμητικά άλλά όχι κόσμια επίθετα. Ντράπηκαν μέχρι και οι χειρολαβές. Η κυρία έκλεισε τ΄ αφτιά της επιδεικτικά και καλά δεν ακούω. Άλλες κυριούλες αρχίσαν τα τιτιβίσματα μίσους τύπου ντροπή, αίσχος, αστυνομία, αυτά είναι, θεός, λαός κτλ., πολλά κεφάλια απλώς ανεβοκατέβαιναν με μεγαλύτερη κλίση αλλά τον ίδιο μορφασμό, ενώ τα παιδιά προσπαθούσαν να διατηρήσουν όσο γίνεται οπτική επαφή με αυτή που φωνάζει, όταν ο ήρωας, ο οδηγός, πατάει απότομα φρένο, ανοίγει την πόρτα, σηκώνεται και πάει ύπουλα πίσω από τη Σούλα, τη βουτάει από τα μαλλιά και με κλοτσωμπουνίδια την πετάει έξω από το τρόλεϊ βρίζοντας κάτι σε τσούλα, ανώμαλε, και τα γνωστά. 

Η  Σούλα βρέθηκε στο οδόστρωμα, κανείς από τους επιβάτες δεν είχε αντιδράσει στον ξυλοδαρμό της, και μέχρι να σηκωθεί για να ξαναπιάσει το βρισίδι από κει του το άφησε, το τρόλεϊ είχε ξεκινήσει, κι αυτή χτυπούσε τις λαμαρίνες δημιουργώντας μία σκηνή απόλυτης ματαιότητας που θύμιζε πολύ έναν σκύλο που γαβγίζει σε ένα αμάξι που τρέχει, και με το που το σκέφτηκε αυτό εξοργίστηκε τόσο πολύ που έκανε κάτι που κανείς σκύλος δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει, πέταξε επιτέλους το μπουκαλάκι, λέγοντας κάτι σαν άντε ψόφο ρε μαλάκες ή κάτι τέτοιο, που ό,τι κι ήταν αποδείχτηκε τα σωστά λόγια και στον σωστό τόνο, γιατί το μπουκαλάκι βρήκε το ένα από τα δύο κοντάρια του τρόλεϊ, το όποιο αποσυνδέθηκε από τα ηλεκτροφόρα καλώδια κι έπεσε πάνω στο νερό που είχε προσγειωθεί στην οροφή του αμαξώματος δημιουργώντας ένα πολύ σοβαρό βραχυκύκλωμα. Όσοι επιβάτες ακουμπούσαν κάποια μεταλλική επιφάνεια, δηλαδή όλοι, έπαθαν πολύ σοβαρή ηλεκτροπληξία, και αποτεφρώθηκαν παλλόμενοι βγάζοντας μάλιστα και κάτι ηλεκτρονικούς θορύβους και μια απαίσια μυρωδιά τσίκνας που γρήγορα δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στο τρόλεϊ τόσο δυσάρεστη όσο περίπου ήταν και πριν - για τη Σούλα. Τα μηχανάκια περνούσαν από δίπλα και κοιτούσαν χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί  αυτό το τρόλεϊ καπνίζει, και μόνο κάποιοι περαστικοί κατάλαβαν τι είχε συμβεί και άρχισαν να φωνάζουν όταν είδαν κολλημένο στο τζάμι ένα κοριτσάκι που οι κοτσίδες του είχαν τεντωθεί σαν κεραίες και το ίδιο είχε καρβουνιάσει εντελώς. 


Όταν η Σούλα κατάλαβε τι είχε συμβεί σταμάτησε απότομα το βρισίδι και κοίταξε γύρω της να δει αν την κοιτάζει κανείς.  Γρήγορα συνειδητοποίησε ότι κανείς δεν ασχολιόταν πια μαζί της και τότε έβαλε το χέρι της στην τσάντα ψάχνοντας με αγωνία να βρει το κινητό της ανάμεσα στα μικροπράγματα που κουβαλούσε. Έπρεπε επειγόντως να βγάλει μία σέλφι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου