Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Οικογενειακή γιορτή

Η οικογενειακή γιορτή λαμβάνει χώρα μία φορά το χρόνο, όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται στο σπίτι μας, για φαγητό χαρτοπαιξία και άλλες περιποιήσεις. Η δική μου οικογένεια δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, μάλλον θα έλεγα ότι είναι όσο πρέπει: η μάνα μου, ο πατέρας μου, ο μεγάλος μου αδερφός, εγώ, η οικογένεια του θείου μου, αδερφού του μπαμπά μου, με τη θεία και τον ξάδερφό μου, ο αδερφός της μαμάς μου με τη γυναίκα του και ο νονός μου που ήταν ανύπαντρος. Θα σας μιλήσω τώρα για την πρώτη μου οικογενειακή γιορτή.

Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, έτσι και φέτος όλοι οι παραπάνω μαζεύτηκαν κατά τοις επτά το απόγευμα στο σπίτι και στρώθηκε το τραπέζι. Μετά το τέλος και το μάζεμα του τραπεζιού οι γυναίκες πήγανε στην τηλεόραση, όπως έπρεπε, ο αδερφός μου με τον ξάδερφο πήγαν στο δωμάτιο να παίξουν υπολογιστή, όπως έπρεπε και οι άντρες κάθισαν παραδοσιακά στο τραπέζι, γέμισαν τα ποτήρια τους με ουίσκι και έστηναν το παιχνίδι με την τράπουλα, ακριβώς όπως έπρεπε. Δεν έχω ιδέα τι έπαιζαν, κάτι σε πόκα ή πόκερ απ' ότι άκουσα κάτω από το τραπέζι, όπου βρέθηκα εγώ στην πρώτη μου οικογενειακή γιορτή, όπως έπρεπε άλλωστε. Βρέθηκα εκεί ακολουθώντας τις οδηγίες του νονού μου κι έτσι σε ανύποπτο χρόνο χώθηκα κάτω από το τραπέζι, ανάμεσα στις φρεσκοπλυμένες κάλτσες και τα βαμμένα μοκασίνια των αντρών της οικογένειας.

Όταν θα μοίραζαν τα χαρτιά, ο νονός μου θα σταύρωνε τα πόδια του, και αυτό θα ήταν το σύνθημα να ξεκινήσω το δικό μου ρόλο στην τελετή, έναν ρόλο για τον οποίο προετοιμαζόμουνα εντατικά ένα χρόνο. Η πρώτη μου και βασικότερη πράξη ήταν καθαρά συμβολική και ήταν να πάρω την ευχή του πατέρα για ό,τι θα γίνει κάτω από το τραπέζι στο υπόλοιπο της νύχτας. Άρχισα τρίβοντας το αυτί μου στον αστράγαλό του. Του έβγαλα ένα ένα τα παπούτσια και τον άφησα να ξεκουράσει τα πόδια του χαϊδεύοντας και πιέζοντας το κεφάλι μου στο χαλί. Με το ένα μου αφτί κολλημένο στο χαλί και το άλλο κλεισμένο με το πέλμα του ποδιού του, άκουγα τον υπόκωφο θόρυβο του κορμιού του. Άκουγα το τρίξιμο της καρέκλας του σε κάθε μικρή του κίνηση, το θόρυβο της επαφής του παντελονιού του με το σώμα του, το θόρυβο του πουλιού του καθώς διογκωνόταν και πίεζε μέσα από το εσώρουχο την εσωτερική πλευρά του φερμουάρ του, προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί. Ήταν σχεδόν έτοιμος. Το κεφάλι μου ανέβηκε σιγά σιγά χαϊδεύοντας τις γάμπες του, μετά τα μπούτια του και τέλος σφηνώθηκε ανάμεσα στα πόδια του πιέζοντας τον καβάλο του. Άνοιξα σιγά σιγά το φερμουάρ του και έβαζα το φρεσκοπλυμένο του πουλί στο στόμα μου. Ο πατέρας μου έβγαλε έναν λυγμό, η μάνα μου τον άκουσε και ανέβασε άλλες δυο γραμμές τον ήχο της τηλεόρασης και οι υπόλοιποι άντρες του τραπεζιού κατάλαβαν ότι τώρα πια τους επιτρέπονταν να συμμετέχουν. Στην οικογενειακή μας γιορτή ο πατέρας μου θα πρόσφερε το μικρό του γιο στους καλεσμένους για να τους ευχαριστήσει, κάνοντας όμως αυτός την αρχή.

Τα πρώτα υγρά του πατέρα μου στο στόμα μου ήταν η ευλογία του να συνεχίσω με τους καλεσμένους μας που ένας ένας έβγαζαν τα παπούτσια τους και με τα πόδια τους χάιδευαν κάποιο σημείο του κορμιού μου για να δηλώσουν συμμετοχή και να πάρουν γρήγορα θέση για τις υπηρεσίες μου. Άλλος πατούσε ελαφρά το χέρι μου που ακουμπούσε στο πάτωμα ενώ εγώ ήμουν στα τέσσερα με την ψωλή του πατέρα μου να φτάνει στο λαρύγγι μου, άλλος μου χάιδευε τον κώλο, όταν το άλλο μου χέρι χάιδευε τη γάμπα αυτού που κάθονταν απέναντί του. Ότι και να κάνανε γνώριζαν τη σειρά της ιεραρχίας, που σε καμία περίπτωση δε θα διαταράσσονταν. Όταν ο πατέρας μου θα έβαζε το χέρι του κάτω από το τραπέζι και θα χάιδευε το κεφάλι μου, θα ήταν ώρα να προσφέρω το στόμα μου στον πνευματικό μου πατέρα, τον νονό μου, που ήταν άλλωστε αυτός που με προετοίμασε για την οικογενειακή μου γιορτή. Αυτός μου δίδαξε όλα όσα έπρπε να ξέρω για να φροντίζω και να ικανοποιώ με τη γλώσσα μου, τα χέρια και το σώμα μου τους άντρες της οικογένειάς μου. Τώρα καθόταν ακριβώς δίπλα στον πατέρα μου αγχωμένος για το αν και πόσο καλά θα τα καταφέρω και αν θα τον έκανα περήφανο.

Ακόμα θυμάμαι εκείνες τις βόλτες που κάναμε αφού με έπαιρνε από το σχολείο μετά τα δωδέκατά μου γενέθλια. Συνήθως με πήγαινε στην προκυμαία ή βόλτα με το αμάξι. Η βόλτα στην προκυμαία ήταν για να κάνουμε την άσκηση με το χέρι. Καθόμασταν σε κάποιο ελεύθερο παγκάκι δίπλα δίπλα και εγώ άπλωνα το χέρι μου, ξεκούμπωνα το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαζα έξω τον καυλωμένο του πούτσο. Η άσκηση ήταν να τον κάνω να χύσει μόνο με τις κινήσεις του χεριού μου φροντίζονταν να κάνω ελάχιστες κινήσεις του κεφαλιού και του σώματός μου, ώστε κανείς από τους γύρω περαστικούς να μην καταλάβει τι κάνουμε σε κείνο το παγκάκι. Ατενίζαμε κι οι δύο τη θάλασσα μπροστά μας και το χέρι μου μάλαζε τον πούτσο του νονού μου, άλλοτε πιέζοντας, άλλοτε μαλάκιζοντας με κινήσεις πάνω κάτω, άλλοτε παίρνοντας τα προσπερματικά υγρά για να τα χρησιμοποιήσει για λιπαντικό της χούφτας κι άλλοτε κατεβαίνοντας και χουφτώνοντας τ’ αρχίδια του, ανάλογα με τις λεκτικές οδηγίες που εκείνος μου έδινε, τις οποίες και ακολουθούσα πιστά. Που και που ο νονός μου έφερνε το άλλο του χέρι και το τοποθετούσε πάνω στο δικό μου για να μου δείξει ακριβώς τι εννοούσε. Η άσκηση τελείωνε όταν τα χύσια του έτρεχαν από το πουλί του, και ξεχείλιζαν στο χέρι μου ενώ εκείνος έσφιγγε το μπράτσο του παγκακιού για να μην βγάλει καμία κραυγή. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο σημείο της άσκησης, καθώς εγώ έπρεπε αφενός να συνεχίζω να μαλάζω και να πιέζω για να ολοκληρωθεί η εκσπερμάτιση και αφετέρου να μην αφήνω το σπέρμα να εκτοξευτεί μακριά και μας λερώσει, αλλά να κρατηθεί κατά το δυνατόν το περισσότερο μες στη χούφτα μου. Η επιβράβευσή μου ήταν ότι στο τέλος, παίρνοντας την άδεια του νονού μου φυσικά, θα καταβρόχθιζα όλο το σπέρμα από τη χούφτα μου, γλείφοντας ένα ένα τα δάχτυλά μου που μύριζαν το άρωμα της καύλας του. Αυτός έκλεινε το φερμουάρ του κι εγώ έγλυφα τα χείλι μου σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι κοιτώντας πότε έξω από το παράθυρο και πότε ανάμεσα στα πόδια του νονού μου όταν εκείνος τα κουνούσε για να πατήσει γκάζι ή φρένο. Ήλπιζα να δω τον καβάλο του να ξαναφουσκώνει ώστε να κάνουμε την δεύτερη άσκηση, αλλά αυτό σπάνια γινόταν. Όταν φτάναμε στην εξώπορτα ο νονός μου για να με αποχαιρετήσει έβαζε το χέρι του στο σβέρκο μου και κολλούσε το μουστάκι του στα χείλι μου δίνοντάς μου ένα υγρό γλωσσόφιλο που κατάφερνε να μαζέψει ότι είχε απομείνει από τα κολλώδη υγρά του πούτσου του.

Η δεύτερη άσκηση γινόταν όταν κάναμε βόλτες με το αμάξι και ήταν για να μου δείξει το τσιμπούκι, στην αρχή με τη χρήση των χεριών και ύστερα μόνο με τη γλώσσα, τα μάγουλα και τα ρουφήγματα. Πως να γλύφω το κεφάλι, τον κορμό, τ’ αρχίδια. Τα μαθήματα αυτά γινόντουσαν εν κινήσει σε μεγάλες λεωφόρους ή στην εθνική οδό όταν είχε πολύ κίνηση. Από το παράθυρο φαινόταν μόνο ο νονός μου, ενώ που και που, αναδύονταν και το κεφαλάκι ενός μικρού ξανθού αγοριού που έπαιρνε μια ανάσα, πριν ξαναβουτήξει κάθετα πάνω στην όρθια σάρκα του οδηγού. Μία μεγάλη διαφορά με το να μαλακίζω το νονό μου ήταν ότι επειδή δε φαινόμουν από τους άλλους, όταν ερχόταν η ώρα να χύσει, πίεζε το κεφάλι μου βαθιά μέσα στον πούτσο του και εναπόθετε το σπέρμα του κατευθείαν στο λαρύγγι μου, οπότε δεν είχα τίποτα για να γλείφομαι μετά, έτσι την πέρναγα με το πεσμένο του πουλί στο στόμα μου μέχρι να φτάσουμε σπίτι και να πάρω το αποχαιρετιστήριο γλωσσόφιλο. Μετά το γλωσσόφιλο συνήθως μου έλεγε, μπράβο αγόρι μου, θα τα πας περήφανα. Εσύ θα γίνεις καλύτερος από τον αδερφό σου

συνεχίζεται......


κατέβασε όλο το τεύχος εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου